Στο Tapfield στου Ψυρρή η μπίρα είναι η αφορμή για να γίνουμε παρέα
Ο Μίλτος Πίσκοπος μάς μιλά για την πρώτη IPA που του άνοιξε έναν καινούργιο κόσμο, τις μπίρες που επιλέγει και τις παρέες που γεννιούνται στην μπάρα του Tapfield.
Ο Μίλτος Πίσκοπος μάς μιλά για την πρώτη IPA που του άνοιξε έναν καινούργιο κόσμο, τις μπίρες που επιλέγει και τις παρέες που γεννιούνται στην μπάρα του Tapfield.
Μια Punk IPA σε μια παμπ του Εδιμβούργου, το 2009, ήταν η αφορμή για να γνωρίσει ο Μίλτος Πίσκοπος τον κόσμο της craft μπίρας. Την ιδέα να ανοίξει μπιραρία την είχε ήδη από τα είκοσί του. Αυτό που βρήκε στην πορεία ήταν ο χαρακτήρας που ήθελε να έχει, δηλαδή μια μεγάλη μπάρα, κουβέντα με τους θαμώνες και άνθρωποι που ξεκινούν ως άγνωστοι και καταλήγουν παρέα.
Στο κοσμαγάπητο Tapfield, στη Ναυάρχου Αποστόλη στου Ψυρρή, αυτή η ιδέα παίρνει μορφή καθημερινά. Μικρό αλλά θαυματουργό, αυτό το craft beer bar αποτελεί ένα καταφύγιο ανακάλυψης και δοκιμής, ένα αυθεντικό στέκι, σε μια περιοχή που -δυστυχώς- διακρίνεται για τα «μια από τα ίδια» τουριστικά μαγαζιά της.
Στην μπάρα του, αλλά και στα τραπεζάκια που βγάζει στον δημοφιλή πεζόδρομο, βρίσκουν θαλπωρή ντόπιοι αλλά και τουρίστες, ενώ από τις 20 βρύσες του ρέουν κάθε λογής craft μπίρες που ανανεώνονται διαρκώς.
Τον ρωτήσαμε λοιπόν πώς ξεκίνησε, πώς διαλέγει τις μπίρες του και τι προτείνει να δοκιμάσουμε από τις βρύσες του αυτήν την περίοδο.

«Θυμάμαι, ήταν το 2009 στο Εδιμβούργο, σε μια παμπ, όπου δοκίμασα πρώτη φορά IPA — την Punk IPA για την ακρίβεια. Μπιραρία ήθελα να ανοίξω από όταν ήμουν είκοσι χρονών, είχα έρωτα με την μπίρα. Εκεί όμως άνοιξε ένας καινούργιος κόσμος για εμένα, που λέγεται craft μπίρες, και άρχισα να δοκιμάζω όσες περισσότερες μπορούσα. Έτσι άρχισε να γεννιέται και η ιδέα να ανοίξω μπιραρία με τέτοιες μπίρες», μας λέει.
Η αγάπη του για τις βρετανικές παμπ καθόρισε και τον τρόπο που φαντάστηκε το μαγαζί.
«Έχοντας έρωτα με τις βρετανικές παμπ και επειδή μου άρεσε πάντα να κάθομαι στο μπαρ και να μιλάω με τους υπόλοιπους θαμώνες και τους μπάρμεν, γεννήθηκε η ιδέα του craft beer bar με μια μεγάλη μπάρα, όπου άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι θα γινόντουσαν μια παρέα στο τέλος, με μοναδικό αρχικό κοινό σημείο την μπίρα. Νομίζω ότι το κατάφερα αυτό και είμαι πολύ περήφανος».
Τι γίνεται όταν κάποιος κάθεται στην μπάρα και δηλώνει ότι πίνει μόνο μια «απλή ξανθιά»; Ο Μίλτος έχει ακούσει πολλές φορές την ατάκα και έχει τον τρόπο του να ξεκινά τη γνωριμία.
«Πολύ κοινό και καθημερινό φαινόμενο. Το λατρεύω όταν γίνεται αυτό. Το πρώτο πράγμα που τον ρωτάω είναι αν προτιμάει lager, pilsner ή weiss. Με αυτόν τον τρόπο, ανάλογα την απάντηση, ξέρω κατά μεγάλο ποσοστό πού θα τον κατευθύνω.
Συνήθως τον ρωτάω μετά αν θέλει να του βάλω κάτι να δοκιμάσει, χωρίς να του πω εξαρχής “ξέρεις, θα σου βάλω Pale Ale ή IPA κ.λπ.”, για να μην τον τρομάξω με ορολογίες και βαρετά για αυτόν πράγματα. Οπότε, ανάλογα τι μου έχει πει στην πρώτη ερώτηση, διαλέγω μια Pale Ale, είτε πιο φρουτένια είτε πιο πικρή, για να τον βάλω σιγά σιγά στο τρυπάκι.
Οι περισσότεροι ρωτάνε τι είναι αυτό και εννιά στους δέκα λένε “βάλε μου αυτή”. Ε, αυτή είναι και η αρχή. Μετά σιγά σιγά τους δίνω να δοκιμάσουν πιο hoppy και πιο παράξενα πράγματα, για να μπορέσουν να καταλάβουν το πόσο εκτεταμένος είναι ο κόσμος της μπίρας».
Στην επιλογή των ετικετών, τον ενδιαφέρουν η ποιότητα, η σχέση τιμής και αποτελέσματος και η δουλειά που βρίσκεται πίσω από κάθε μπίρα.
«Τα κριτήριά μου είναι απλά. Να είναι μία μπίρα που σέβεται τον καταναλωτή —να είναι αυτό που λέει για αρχή—, να είναι value for money και για μένα αλλά και για τους επισκέπτες μου στο μαγαζί και να είναι όντως craft, δουλεμένη με μεράκι και αγάπη.
Οι ελληνικές μικροζυθοποιίες έχουν κάνει άλματα προόδου τα τελευταία επτά χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν —νομοθεσίες, ΕΦΚ, Χημείο του Κράτους κ.λπ.— και πιστεύω ότι όλες αξίζουν την προσοχή μας και τη στήριξή μας. Βέβαια, έχω και εγώ τις προτιμήσεις μου, αλλά δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποια τώρα. Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν».
Στα στιλ, πάντως, δηλώνει ξεκάθαρα τις αδυναμίες του.
«Οι πιο δημοφιλείς μπίρες στον χώρο της craft σκηνής είναι οι New England IPAs και τα Smoothie Sour Ales, όμως θεωρώ ότι μια καλή Pale Ale ή Hoppy Pilsner ή West Coast IPAs και μια σωστή βρετανικού τύπου Stout —ελαφριά σε αλκοόλ και πικρούλα— θα έπρεπε να χαίρουν περισσότερης εκτίμηση. Είναι τα αγαπημένα μου στιλ».
Ο Μίλτος συμμετέχει και στη δημιουργία μπίρας, μέσα από συνεργασίες με φίλους ζυθοποιούς. Οι ιδέες προκύπτουν στις κουβέντες και στις δοκιμές, κάποιες φορές από εκεί που δεν το περιμένεις.
«Πίνοντας μπίρες και συνομιλώντας με φίλους ζυθοποιούς γεννιούνται άπειρες ιδέες. Σκέψου ότι μια μέρα απλά ήμουν μεθυσμένος και έκανα ένα σαρδάμ και από αυτό γεννήθηκε η ιδέα για μια μπίρα. Φτιάχνοντας σε homebrew την μπίρα αυτή, είχαμε άλλη ιδέα, για μια άλλη μπίρα. Είναι υπέροχο συναίσθημα, δεν μπορώ να το περιγράψω.
Σίγουρα όταν λέμε να κάνουμε μια μπίρα, σκέφτομαι και μεταφέρω στους συνεργάτες μου το γευστικό προφίλ που προτιμάει ο κόσμος και τι του λείπει ή τι θα ήθελε παραπάνω ή λιγότερο.
Το αποτέλεσμα λοιπόν, πέρα από τα δικά μας θέλω —κάποιες μπίρες τις φτιάξαμε γιατί απλά γουστάραμε να τις φτιάξουμε και να δώσουμε κάτι διαφορετικό στον κόσμο—, σίγουρα το επηρεάζουν τα σχόλια, οι ανάγκες και το γευστικό προφίλ των πελατών».
Όταν του ζητάμε μια ιστορία που να περιγράφει τι είναι για εκείνον το Tapfield, επιστρέφει στην ιδέα της παρέας γύρω από την μπάρα.
«Πιστεύω ότι το τρίπτυχο που μας ενώνει όλους μαζί στο Tapfield είναι “good beer, good music and good people”.
Πρόσφατη ιστορία: μια καθημερινή απόγευμα, με σχετική ηρεμία έξω στους δρόμους, περνούσε ένα ζευγάρι έξω από το μαγαζί. Ο τύπος άκουσε το κομμάτι που έπαιζε και λέει στην κοπέλα του “πάμε μέσα για μια γρήγορη”.
Πιάνουμε την κουβέντα, από πού είστε και τα σχετικά, μου λέει ότι μπήκαν μέσα γιατί τους άρεσε η μουσική και μετά απλά λάτρεψαν το όλο concept. Όσο μιλούσαμε, μπήκε άλλο ένα παιδί, έκατσε στην μπάρα, διάλεξε μπίρα, άραξε. Μετά από λίγο άλλος ένας, το ίδιο.
Μη στα πολυλογώ, γέμισε η μπάρα με πέντε άτομα που δεν ήξερε ο ένας τον άλλον. Μπαίνει ένα κομμάτι και αρχίζουν οι δύο να το τραγουδάνε μαζί. Ταυτόχρονα ο άλλος ήθελε να παραγγείλει μπίρα και ρωτούσε τι να πιει, πετάγεται ο άλλος από την άλλη άκρη και του λέει “πάρε αυτή, είναι τέλεια”…
Ε, κάπως έτσι και για τρεις μέρες σερί ερχόντουσαν στο μαγαζί, είτε μαζί είτε βρισκόντουσαν στο μαγαζί, πίναμε όλοι μαζί, τραγουδούσαμε. Έπος. Αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά και είναι το αγαπημένο μου πράγμα να γίνεται».
Οι επιλογές στο μαγαζί αλλάζουν συχνά, οπότε η παρακάτω πεντάδα αποτυπώνει όσα μας πρότεινε ο Μίλτος την ώρα της συνέντευξης.
Captain Tapfield: Η πρώτη του επιλογή είναι μια μπίρα που βασίζεται σε δική του ιδέα και διατίθεται αποκλειστικά στο μαγαζί. Τη συστήνει με συνοπτικές διαδικασίες: «Είναι δική μου ιδέα και συνταγάρα και αξίζει να τη δοκιμάσεις».
Familiar Field: Μια Chocolate Stout με κακάο και βανίλια, 6% αλκοόλ και ευχάριστη πίκρα, σε συνεργασία με την The Old Familiar από τον Πειραιά. Μια Stout χωρίς τις υπερβολές των pastry εκδοχών, ιδανική για όλες τις εποχές.
Down Under: Συνεργασία με την ALU.beer, με το πρόσφατο batch να έχει παραχθεί στο ζυθοποιείο της ΑΛΕΑ στη Μεταμόρφωση. Είναι μια DDH New England IPA —με διπλό dry hopping— με λυκίσκους από τη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία.
Four Winds Chilli Lemon Gose: Συνεργασία των ΑΛΕΑ, ALU, The Old Familiar και Tapfield. Η ιδέα προέκυψε στις δοκιμές της οικιακής ζυθοποίησης που μας περιέγραψε νωρίτερα. Λεμονάτη και ισορροπημένη, με πικάντικο χαρακτήρα «τόσο όσο», έχει ήδη αποκτήσει, όπως αναφέρει, το δικό της κοινό.
Susperia: Η επιλογή του από τις υπόλοιπες βρύσες είναι η West Coast IPA των P.I.G.S. και Beer Punch. «Απλά υπέροχη West Coast IPA».\
Οι τιμές στα βαρέλια για το pint ξεκινούν από 5€. Το αναλυτικό μενού μπορείς να βρεις εδώ.
Tapfield
Ναυάρχου Αποστόλη 4, Ψυρρή, τηλ. 2103221923