Brutus Tavern: Θεατρική κρεοφαγία

Ένα καινούργιο εστιατόριο όπου το κρέας πρωταγωνιστεί σε αξέχαστη θεατρική παράσταση.
Brutus Tavern: Θεατρική κρεοφαγία

της Αγάπης Μαργετίδη

Σήμερα θα σας γράψω για ένα νέο εστιατόριο με το όνομα Brutus.  Τι περίεργο όνομα, σκέφτηκα. Γιατί να δώσουν στο εστιατόριο το όνομα ενός συνωμότη;  Έμαθα, λοιπόν, ότι ουδεμία σχέση υπάρχει με τον διάσημο Ρωμαίο προδότη και δολοφόνο, αν και οι δεσμοί με την Αρχαία Ρώμη είναι ισχυροί, αφού η λέξη brutus συνδέεται με την λατινική brutalis, η οποία έδωσε την έμπνευση για το όνομα.  Αυτή, με τη σειρά της, αν σε πρώτη ανάγνωση παραπέμπει σε κάτι βίαιο και ζωώδες, στη σκέψη των τριών ιδιοκτητών του εστιατορίου ξεφεύγει από την κυριολεκτική της σημασία και οδηγεί σε κάτι σαρκικό και αρρενωπό, αλλά και ειλικρινές και τρυφερό. 

 
Brutus, λοιπόν. Για την ακρίβεια, Brutus Tavern, γιατί πραγματικά έχει και κάτι από ταβέρνα, εννοώντας την απενοχοποιημένη easy going έξοδο.  Έτσι ονομάστηκε το πρόσφατο «παιδί» της γνωστής τριάδας επιχειρηματιών που συνδέονται με πολλά επιτυχημένα εστιατόρια και μπαρ, του Γιάννη Μωράκη, του Γιώργου Μελισσάρη και του Γιώργου Κανελλόπουλου.  Ο χώρος πολύ ιδιαίτερος, έργο του interior designer Στράτου Χιωτέλη. Χώρος θεατρικός και μυστηριώδης, σκοτεινός και φωτεινός μαζί, ροκ και πανκ και με πολύ χιούμορ.  Τρελό χιούμορ, εγγλέζικο, καθόλου της πλάκας, σαρκαστικό και υπαινικτικό.  Και πανέξυπνο.  Στα στρωμένα με λευκά λινά τραπεζομάντηλα τραπέζια (τι χαρά!), τα απίθανα πορσελάνινα πιάτα με τις νεκροκεφαλές του ιστορικού βρετανικού οίκου Royal Stafford σε βάζουν πιο βαθιά στην ατμόσφαιρα (και θέλεις να τα πάρεις μαζί σου φεύγοντας!). 


 
Βεβαίως, σε ένα εστιατόριο με το συγκεκριμένο όνομα και σκηνικό, η κρεοφαγία έχει τον πρώτο, σχεδόν αποκλειστικό, λόγο.  Η κάρτα, σε σύλληψη, σχεδίαση και επιμέλεια του Μιχάλη Νουρνόγλου και εκτέλεση -άκρως επιτυχημένη- του Στέφανου Ρίζου, παίζει σε πολλά ταμπλό.  Με πλούσια επιλογή από ορεκτικά (από € 9 έως € 29) τα οποία, όμως, μπορούν κάλλιστα να παίξουν τον ρόλο του κυρίως στη λογική του δοκιμάζουμε πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς κρέατος, όπως : Μοσχάρι σε raw εκδοχές (ταρτάρ που παιχνιδίζει στη γλώσσα με λάδι λεμονιού και χρένο ή λουσάτο καρπάτσιο από Wagyu με λάδι φουντουκιού, έξτρα παλαιωμένο original και γνήσιο Gouda και πιπέρι Τασμανίας), μοσχαρίσια αργομαγειρεμένη στηθοπλευρά με εξαιρετικά χειροποίητα λαζάνια και σάλτσα ολλαντέζ, μια πολύ ιδιαίτερη πίτα του βοσκού -φερμένη σε αστικό περιβάλλον- με μοσχαρίσια ουρά, μανιτάρια και μπεσαμέλ με ένα από τα νοστιμότερα γαλλικά τυριά, το Comté, κάτι μικρούλικα burgers με dry aged μοσχαρίσιο κιμά, καταπληκτικό βρετανικό Red Leicester Cheddar και πολλά άλλα πιάτα που ανοίγουν την όρεξη (λουκάνικα, καπνιστή πανσέτα, μεδούλι). 



 

Αν αποφασίσουμε να παρακάμψουμε πολλά από τα παραπάνω και να παίξουμε στο κλασικό μοτίβο του ενός ορεκτικού και ενός κυρίως πιάτου, τότε έχουμε και πάλι δύο επιλογές για το κυρίως : Η πρώτη αφορά αποκλειστικά το μοσχάρι από διαφορετικές ράτσες, ελληνικές και ξένες, σε διαφορετικές σκάλες ωρίμανσης και διαφορετικές κοπές, για ένα ή για πολλά άτομα (από €28 έως € 140, όπου το μικρότερο βάρος του κομματιού ζυγίζει 250 γρ. και το μεγαλύτερο 1.200 γρ.).  Η δεύτερη επιλογή έχει κοτόπουλο, χοιρινό Iberica, αρμένικα κεμπάπ και πάπια, όπου και πάλι, κάθε πιάτο χορταίνει τουλάχιστον 2 άτομα.  Τα συνοδευτικά ξεκινούν από πράσινη σαλάτα και σοτέ λαχανικά, περνούν στις -αλίμονο αν έλειπαν- πατάτες (τηγανιτές και πουρέ) και τελειώνουν με καταπληκτικές σάλτσες : βελούδινη Béarnaise, σάλτσα γλυκού κόκκινου κρασιού, πλούσια σάλτσα με πράσινο πιπέρι και κονιάκ και ζωηρή chimichurri.   

 

Μαθαίνω ότι επίκεινται αλλαγές στα επιδόρπια.  Ούτως ή άλλως, μετά από ένα τόσο πληθωρικό δείπνο, το επιδόρπιο είναι το τελευταίο που σκέφτεσαι, και το λέω εγώ, που όταν πηγαίνω σε εστιατόριο πρώτα κοιτάω τη λίστα των γλυκών.  Γι’ αυτό και στο Brutus έχουν μόνον δύο προτάσεις.  Η πρώτη αφορά ένα παρφέ bitter σοκολάτας με αλμυρή καραμέλα και η δεύτερη ένα καμένο cheesecake (σαν το γνωστό pastel de queso των Βάσκων)  με σμέουρα (αμφότερα € 10).  Και τα δύο είναι πλούσια, ίσως περισσότερο από όσο πρέπει μετά από επική κρεοφαγία, όμως το καμένο cheesecake δεν θα ήθελα να μην υπάρχει στο μέλλον, κι ας μπορείς να φας μόνο δυο μπουκιές.  Άλλωστε, το μοιραζόμαστε κι αυτό.    

Ανακεφαλαιώνοντας, το στήσιμο του μενού στο Brutus σε αφήνει εντελώς ελεύθερο να διαλέξεις πώς και πόσο θα φας (και, βεβαίως, πόσο θα πληρώσεις) και εκεί βρίσκεται το μεγάλο του ατού.  Ένα άλλο πλεονέκτημά του είναι ο καταξιωμένος sommelier Μιχάλης Θεοδωράκης, ο οποίος έχει επιμεληθεί μια λίστα που πιάνει Ελλάδα, Γαλλία και χώρες του Νέου Κόσμου, με μεγάλο εύρος τιμών για κάθε περίσταση και κάθε βαλάντιο.  Τέλος, η manager Φωτεινή Γούλα, γνωστή μας από πολλά εστιατόρια, βάζει μπροστά την προσωπικότητα, το ταλέντο, την εμπειρία και το άγρυπνο μάτι της, φροντίζοντας να περάσουμε όμορφα. 


 
Για να κλείσω, επιστρέφω στις δύο πρώτες παραγράφους και, ξαναδιαβάζοντάς τες, καταλήγω πως οι όροι και τα επίθετα που χρησιμοποίησα στην προσπάθειά μου να περιγράψω το Brutus Tavern, από το όνομα μέχρι την ατμόσφαιρα και το φαγητό, παίζουν όλοι μαζί και καθένας ξεχωριστά.  Ave Brutus!

BRUTUS TAVERN (Ανοιχτό καθημερινά 19:00 - 01:00)

Λεβέντη 3, 10673 Αθήνα (Κολωνάκι)

Τηλ. 210 724 0453

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v