Το μεροκάματο του δρόμου
Τέσσερις διανομείς μιλούν για όσα συμβαίνουν μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι μας. Την κούραση, τους κινδύνους και τις μικρές ανθρώπινες στιγμές που κάνουν τη βάρδια καλύτερη.
Τέσσερις διανομείς μιλούν για όσα συμβαίνουν μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι μας. Την κούραση, τους κινδύνους και τις μικρές ανθρώπινες στιγμές που κάνουν τη βάρδια καλύτερη.
Για εμάς είναι μια ειδοποίηση στο κινητό, μια σακούλα με φαγητό ή το δέμα που περιμένουμε από χθες. Για εκείνον που φτάνει στην πόρτα, είναι μία ακόμη στάση μέσα σε μια μέρα γεμάτη δρόμο, σκάλες, τηλέφωνα, αναμονές και ανθρώπους που άλλοτε χαμογελούν και άλλοτε δεν λένε ούτε ένα «γεια».
Πόσα μένουν στην τσέπη όταν τελειώσει η βάρδια; Τι γίνεται όταν η κούραση αρχίζει να επηρεάζει την προσοχή στο τιμόνι; Και τι σε κρατάει σε μια δουλειά που μπορεί την ίδια μέρα να σε κάνει να νιώσεις ανεπιθύμητος ή ακόμα και ενοχλητικός και, λίγο αργότερα, ευπρόσδεκτος;
Ο Άγγελος, ο Ηρακλής, ο Αριστοτέλης και ο Γιάννης μάς μιλούν για τη δική τους καθημερινότητα. Τέσσερις διαφορετικές διαδρομές, από το delivery φαγητού και τις παραδόσεις ενός pet shop μέχρι τα δέματα και τα lockers.
Ο Άγγελος ξεκίνησε να εργάζεται ως διανομέας πριν από 32 χρόνια, στα είκοσί του. Αρχικά ήταν η βασική του εργασία. Αργότερα έγινε δεύτερη ενασχόληση, για να συμπληρώνει το εισόδημά του. Από όλα όσα συναντά στις διαδρομές του, διαλέγει να μιλήσει πρώτα για κάτι που δύσκολα θα σκεφτόταν κάποιος έξω από τη δουλειά: τις μυρωδιές.
«Κάθε σπίτι στο οποίο μπαίνεις έχει τη δική του μυρωδιά, που σε ταξιδεύει σε μνήμες από το παρελθόν σου. Είναι δύσκολο να το καταλάβεις, αν όμως επισκεφτείς 30 πολυκατοικίες σε μια μέρα, θα ταξιδέψεις σε πολλές αναμνήσεις που μόνο με την όσφρηση ξεκλειδώνουν».
Το ίδιο προσωπικά βλέπει και τη στιγμή της παράδοσης. Ένα τραπέζι με φίλους ή συγγενείς, ένα πάρτι, άνθρωποι που περιμένουν το φαγητό για να ξεκινήσουν. Για εκείνον, η παραγγελία που φέρνει συμπληρώνει αυτή τη συνάντηση.
«Το πιο ευχάριστο είναι όταν δίνεις την παραγγελία και συμπληρώνεις, με τον ρόλο σου, την όμορφη στιγμή που υπάρχει στο σπίτι. Η χαρά που με πλημμυρίζει είναι το πιο όμορφο συναίσθημα. Η αλληλεπίδραση με τον κόσμο είναι μεγάλο σχολείο».
Στα χρόνια που βρίσκεται στον δρόμο, θεωρεί ότι η δουλειά έχει εξελιχθεί προς το καλύτερο. Το ίντερνετ και οι πλατφόρμες έχουν, όπως λέει, διευρύνει τις μορφές απασχόλησης, δίνοντας τη δυνατότητα συνεργασίας με ευέλικτο ωράριο. Ακόμη και πρακτικά προβλήματα, όπως η αναζήτηση ανοιχτού βενζινάδικου ή βουλκανιζατέρ μέσα στη νύχτα, αντιμετωπίζονται πλέον με μια αναζήτηση στο Google.
Ο εξοπλισμός και η ενημέρωση για τον καιρό τον βοηθούν να προετοιμάζεται για τις συνθήκες που θα συναντήσει. Μαζί με τις διευκολύνσεις, όμως, βλέπει να αυξάνονται και οι απαιτήσεις.
«Χρειάζεται να είσαι πολύ προσεκτικός στον δρόμο και γρήγορος. Να μπορείς να χρησιμοποιείς το ίντερνετ, να πεις μια καλησπέρα, να δώσεις ρέστα, να ανέβεις σκάλες ακόμη και με τα αδιάβροχα και να είσαι ευδιάθετος, παρά την κούραση ή την κακή μέρα που παλεύεις να βγάλεις».
Περιγράφει τον διανομέα ως «σερβιτόρο εξ αποστάσεως». Η καθαριότητα, η εικόνα και ο τρόπος που θα σταθεί στην πόρτα έχουν για εκείνον σημασία. Ο πελάτης μπορεί να περιμένει με τα παιδιά του ή με την παρέα του, και ο Άγγελος προσπαθεί να αφήνει την ένταση της βάρδιας έξω από το σπίτι.
«Δεν πρέπει να μεταφέρεις άσχημη εικόνα και να αφήνεις κακή ενέργεια επειδή παρήγγειλε στη μία τη νύχτα ή επειδή βρέχει. Όλα είναι στο πρόγραμμα. Η ένταση της εργασίας δεν πρέπει να επηρεάζει την ηρεμία του σπιτιού».
Αυτό δεν σημαίνει ότι του διαφεύγουν τα έξοδα. Τα «τυχερά», όπως αποκαλεί τα φιλοδωρήματα, βοηθούν στα καύσιμα, στη συντήρηση της μηχανής και στην αλλαγή εξοπλισμού. Όσο λιγοστεύουν οι πληρωμές με μετρητά και μεγαλώνει η ακρίβεια, λιγοστεύουν και αυτά.
Όμως, «το χαμόγελο και η χαρά που νιώθω μέσα από αυτή την εργασία δεν θα λιγοστέψουν»,
Για τον Ηρακλή, η αρχή έγινε πολύ νωρίς. Είχε τελειώσει το σχολείο, το σουβλατζίδικο της γειτονιάς ζητούσε διανομέα και ξεκίνησε για ένα μεροκάματο. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, συνεχίζει να κάνει delivery, σήμερα σε ένα pet shop.
Περνά περίπου πέντε με έξι ώρες στον δρόμο και σε αυτό το διάστημα μπορεί να κάνει 12 με 15 παραδόσεις. Σε μια καλή μέρα, υπολογίζει τα φιλοδωρήματα γύρω στα 15 ευρώ, με διακυμάνσεις. Μαζί με το μεροκάματο, το συνολικό ποσό μπορεί να φτάσει τα 40 με 45 ευρώ.
«Αν έχεις καλά φιλοδωρήματα, μπορεί να μείνει κάτι παραπάνω. Αλλιώς, τα περισσότερα φεύγουν στα βασικά». Στη σημερινή του δουλειά, το μηχανάκι ανήκει στην εταιρεία και τα έξοδά του καλύπτονται. Το θεωρεί σημαντικό πλεονέκτημα, αφού δεν επιβαρύνεται με βενζίνες και φθορές δικού του οχήματος.
Η βάρδια έχει τη ρουτίνα της, αλλά ο δρόμος φέρνει πάντα κάτι διαφορετικό. Οι καιρικές συνθήκες παραμένουν από τις βασικές δυσκολίες: βροχή, πολύ κρύο, πολλή ζέστη. Υπάρχουν, όμως, και στιγμές που η δυσκολία γίνεται κίνδυνος. Ο Ηρακλής θυμάται ένα ατύχημα με νταλίκα, ο οδηγός της οποίας πήγε να στρίψει χωρίς να τον έχει δει.
«Ουσιαστικά με πάτησε και άρχισε να με σέρνει. Ευτυχώς, αντέδρασα και σηκώθηκα αμέσως, αλλιώς πιστεύω ότι θα είχα πάθει μεγάλη ζημιά».
Από την επαφή με τους πελάτες έχει κρατήσει και άλλου είδους δυσάρεστες εμπειρίες. Σε μια πρόσφατη παράδοση, μια γυναίκα τον φλέρταρε και στη συνέχεια άρχισε να τον καλεί στον αριθμό που είχε από αναπάντητη κλήση του. Παρότι ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε, ακολούθησε παρεξήγηση με τον σύζυγό της και απειλές σε βάρος του. «Τέλος καλό, όλα καλά», λέει, χωρίς να θέλει να επεκταθεί περισσότερο.
Εκείνο στο οποίο επιμένει πάντως είναι ο καθημερινός σεβασμός. Κυρίως από τα χρόνια του στην εστίαση θυμάται πόρτες που άνοιγαν με δυσφορία και έκλειναν χωρίς μια κουβέντα. «Δεν σου λένε ούτε γεια. Παίρνουν το φαγητό και σου κλείνουν την πόρτα χωρίς να σου μιλήσουν. Αυτό είναι εξευτελιστικό και υποτιμητικό για τον διανομέα».
Θέλει ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι ο άνθρωπος απέναντί του κάνει μια δουλειά, φέρνοντας κάτι που ο ίδιος ο πελάτης ζήτησε. «Συνήθως υπάρχει σεβασμός», προσθέτει, «αλλά υπάρχουν και περιστατικά στα οποία δεν βλέπεις κάτι τέτοιο».
Τι τον κρατάει μετά από τόσα χρόνια; Η κίνηση, οι εικόνες που αλλάζουν και η επαφή με τους ανθρώπους. «Με κρατάει η ζωντάνια του έξω. Δεν θα μπορούσα να δουλεύω σε έναν εσωτερικό χώρο, μέσα σε γραφείο. Πιστεύω ότι δεν θα ήμουν πολύ καλά».
Ο Αριστοτέλης κάνει delivery ως δεύτερη δουλειά, με βάρδιες τεσσάρων έως έξι ωρών, άλλοτε πρωί και άλλοτε βράδυ. Υπολογίζει ότι μικτά βγάζει περίπου 10 ευρώ την ώρα. Καθαρά, μένουν λίγο λιγότερα από 5 ευρώ, ανάλογα και με τις ζημιές που μπορεί να παρουσιάσει το μηχανάκι.
Τα φιλοδωρήματα δεν είναι σταθερά. Επηρεάζονται από τον καιρό, από το αν έχει αγώνα, από την κίνηση των παραγγελιών και από τη διάθεση εκείνου που περιμένει. «Αν έχει αργήσει να παραλάβει ο άλλος, δεν θα έχει και πολλή όρεξη ούτε θα αφήσει φιλοδώρημα».
Για τον ίδιο, η μεγαλύτερη δυσκολία είναι η συσσωρευμένη κούραση. Όσο περνά η ώρα, μειώνεται η προσοχή στον δρόμο, εκεί όπου ένα στιγμιαίο λάθος μπορεί να έχει συνέπειες.
Θυμάται επίσης μια βραδινή διπλή παραγγελία από τη Μεταμόρφωση, με παραδόσεις στο Μενίδι και στο Ζεφύρι. Βρέθηκε σε ένα αδιέξοδο στενό, κλεισμένο με αυτοκίνητα, και φοβήθηκε. Κράτησε το μηχανάκι αναμμένο, πληρώθηκε κανονικά και έφυγε. Δεν περιγράφει κάποια επίθεση ή απόπειρα εξαπάτησης, αλλά θυμάται έντονα τη δική του αγωνία εκείνη τη στιγμή.
Η πρώτη του μέρα στη δουλειά τού είχε αφήσει μια διαφορετική δυσάρεστη ανάμνηση. Ένας πελάτης, εκνευρισμένος με την καθυστέρηση, άνοιξε απότομα τα κουτιά για να ελέγξει αν η πίτσα ήταν ζεστή. «Σε όλη τη διάρκεια της συναλλαγής μας γκρίνιαζε, φώναζε, έλεγε για το μαγαζί, έλεγε για τις πλατφόρμες. Αισθάνθηκα πάρα πολύ άσχημα».
Σε άλλη παράδοση, πάλι, όλα πήγαν στραβά με τη μεταφορά και πολύ καλύτερα με τον άνθρωπο που περίμενε. Η παραγγελία ήταν τεράστια, περιλάμβανε ψητές ντομάτες και άλλα φαγητά με ζουμιά. Μια τσάντα σκίστηκε και σχεδόν διαλύθηκε.
Ο πελάτης είχε τραπέζι, αλλά επέμενε να παραλάβει. Του είπε να μην ανησυχεί, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ευθύνη για την επιλογή φαγητών που μεταφέρονταν δύσκολα. Τον βοήθησαν να τα πάει μέσα και του άφησαν μεγάλο φιλοδώρημα.
«Αυτό με έκανε να αισθανθώ πολύ όμορφα».
Ο Αριστοτέλης έχει παρατηρήσει και τη διαφορά στην αντιμετώπιση μέσα στα ίδια τα καταστήματα, αφού κάποια τα επισκέπτεται τόσο ως πελάτης όσο και ως διανομέας. «Θα ήθελαν, αν γινόταν, να είμαστε αόρατοι, να μπαίνουμε από την πίσω πόρτα και διάφορες τέτοιες βλακείες, που πολλές φορές είναι ενοχλητικές. Όχι σε όλα τα μαγαζιά, αλλά σε κάποια».
Στο ζήτημα των παραγγελιών με κρύο ή ψιλόβροχο, προτιμά ένα καλό φιλοδώρημα από τις εκφράσεις ενοχής του πελάτη. Έχει εξοπλισμό και αδιάβροχα, λέει, και βρίσκεται εκεί για να δουλέψει. «Αν αισθάνονται άσχημα που παραγγέλνουν, το καλό φιλοδώρημα είναι αυτό που θα μας ζεστάνει!»
Έχει και μια λιγότερο κινηματογραφική απάντηση στις ιστορίες που του έλεγαν οι φίλοι του όταν ξεκινούσε, για πελάτισσες που ανοίγουν γυμνές και φλερτ στις παραδόσεις. Η δική του πραγματικότητα περιλαμβάνει κυρίως άνδρες που ανοίγουν την πόρτα με τα σώβρακα.
Ένα σκηνικό που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, πάντως, συνέβη μακριά από κάποιο σπίτι. Το παλιό του μηχανάκι είχε χαλασμένο δείκτη βενζίνης και έμεινε στην Κηφισίας. Πριν καταλάβει καλά καλά τι συνέβαινε, ένας Πακιστανός συνάδελφος σταμάτησε και τον πήγε σπρωχτό μέχρι το βενζινάδικο.
«Ούτε ευχαριστώ δεν πρόλαβα να του πω. Με πήγε, με άφησε και έφυγε».
Ο Γιάννης εργάζεται στη διανομή δεμάτων γνωστής εταιρείας με το πορτοκαλί βανάκι εδώ και πεντέμισι χρόνια. Βρήκε τη δουλειά μέσω ενός φίλου και η δική του μέρα ξεκινά πριν από την πρώτη παράδοση, με τα κλειδιά του οχήματος και το φόρτωμα στην αποθήκη.
Κάθε δέμα πρέπει να σκαναριστεί ξεχωριστά και να τοποθετηθεί στη σωστή θέση, από το τέλος προς την αρχή του δρομολογίου, ώστε να μπορεί να το βρίσκει ανάλογα με τη στάση ή το locker που πρέπει να γεμίσει. Ένα συνηθισμένο δρομολόγιο, όπως το περιγράφει, περιλαμβάνει περίπου 60 στάσεις και 150 έως 250 δέματα. Υπάρχουν όμως και ημέρες με 350 δέματα και 90 έως 100 στάσεις.
«Το ωράριο είναι συνήθως οκτάωρο και τις περισσότερες φορές δεν προλαβαίνω να κάνω διάλειμμα».
Ο ίδιος θεωρεί τις απολαβές χαμηλές σε σχέση με τον φόρτο και την ευθύνη. Στη διάρκεια της βάρδιας πρέπει να οδηγεί, να επικοινωνεί με πελάτες, να ελέγχει τον χάρτη και να διαχειρίζεται πληρωμές. «Δεν κάνουμε μόνο μία δουλειά, αλλά πολλές, με ευθύνη. Και, δυστυχώς, όλα αυτά ταυτόχρονα».
Όπως αναφέρει, η εταιρεία καλύπτει τον βασικό ρουχισμό και εξοπλισμό, ενώ ο ίδιος επιβαρύνεται με τη συσκευή του κινητού του και με οτιδήποτε επιπλέον θελήσει να αγοράσει.
Τον απασχολεί επίσης το ενδεχόμενο οικονομικής επιβάρυνσης σε περίπτωση απώλειας δέματος, κλοπής ή ατυχήματος για το οποίο ευθύνεται. Μεταφέρει ιστορίες συναδέλφων που, όπως έχει ακούσει, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μεγάλα ποσά, ακόμα και δικαστικές διαμάχες.
Στην καθημερινότητα, οι δυσκολίες είναι συγκεκριμένες. Η κίνηση, το παρκάρισμα, τα βαριά και ογκώδη δέματα, και η συνεχής πίεση χρόνου για να ολοκληρωθεί το δρομολόγιο. Στην εξίσωση βάζει και το «τυράκι» των μπόνους, όπως το αποκαλεί.
Παρ’ όλα αυτά, εκείνο που ξεχωρίζει ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η δυστροπία των ανθρώπων. «Κάθε μέρα είναι και μια ξεχωριστή ιστορία», λέει. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες είναι τουλάχιστον αστείες. Όπως ο πελάτης που του άνοιξε την πόρτα ντυμένος Χουλκ και τον ρωτούσε αν είχε πετύχει τη μεταμφίεση.
Αυτό που θα ήθελε να καταλάβει πάντως ο κόσμος είναι απλό: «Εμείς ακολουθούμε κάποιους κανόνες, δεν είμαστε προσωπικοί υπηρέτες του καθενός. Ούτε ξέρουμε τι έχει το δέμα, ούτε μπορώ να το φέρω αυθημερόν στο νησί αν έχει δοθεί λάθος διεύθυνση. Και, πάνω απ’ όλα, να είναι ευγενικός. Δεν θα του κοστίσει κάτι».