Τι σημαίνει προδιαβητικό στάδιο;

Tι είναι ο προδιαβήτης, πώς εντοπίζεται, ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο και ποιες αλλαγές μπορούν να αποτρέψουν την εξέλιξή του σε διαβήτη τύπου 2; Ο ειδικός απαντά.

Τι σημαίνει προδιαβητικό στάδιο;

Ο προδιαβήτης συχνά δεν δίνει κανένα σύμπτωμα και μπορεί να παραμένει απαρατήρητος για χρόνια. Οι τιμές της γλυκόζης είναι υψηλότερες από το φυσιολογικό, χωρίς όμως να πληρούν ακόμη τα κριτήρια για τη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη, πόσο πιθανό είναι να εξελιχθεί η κατάσταση σε διαβήτη και μπορεί το προδιαβητικό στάδιο να αντιστραφεί; Ο Δημήτρης Ηλιόπουλος, παθολόγος-διαβητολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης, μας εξηγεί όσα χρειάζεται να γνωρίζουμε.

Τι είναι ο προδιαβήτης και ποιες τιμές τον δείχνουν;

«Προδιαβήτης στην κλινική πράξη σημαίνει ότι τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα είναι υψηλότερα από τα φυσιολογικά, χωρίς όμως να πληρούνται τα κριτήρια για τη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2», εξηγεί ο Δημήτρης Ηλιόπουλος.

Στον προδιαβήτη, το σάκχαρο νηστείας βρίσκεται πάνω από τα 100 mg/dL και κάτω από τα 126 mg/dL. Στην καμπύλη σακχάρου, όταν η μέτρηση γίνεται δύο ώρες μετά τη χορήγηση γλυκόζης, οι τιμές που αντιστοιχούν σε προδιαβήτη κυμαίνονται από 140 έως 199 mg/dL.

Όσον αφορά τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, τιμές από 5,7% έως 6,3% μπορούν να υποδηλώνουν προδιαβήτη. Η συγκεκριμένη εξέταση, ωστόσο, λειτουργεί στην Ελλάδα ως βοηθητικό κριτήριο μαζί με τις υπόλοιπες εξετάσεις και δεν χρησιμοποιείται από μόνη της για τη διάγνωση.

«Δεν βασιζόμαστε μόνο στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη για τη διάγνωση του προδιαβήτη. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οι επίσημες πιστοποιήσεις εργαστηρίων που υπάρχουν, για παράδειγμα, στην Αμερική, όπου μία μέτρηση γλυκοζυλιωμένης μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαγνωστικά. Εδώ τη συνεκτιμούμε με τις υπόλοιπες εξετάσεις», επισημαίνει.

Ο προδιαβήτης συνήθως δεν έχει συμπτώματα

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε προδιαβητικό στάδιο είναι κατά κανόνα ασυμπτωματικοί. Η διάγνωση γίνεται συνήθως τυχαία, στο πλαίσιο ενός προληπτικού ελέγχου ή μιας καμπύλης σακχάρου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Αν δεν υπάρξει κάποια παρέμβαση, οι ασθενείς με προδιαβήτη έχουν πιθανότητα περίπου 5% έως 10% ανά έτος να μεταπέσουν σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;

Ο κίνδυνος εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες. Σημαντικό ρόλο παίζει το οικογενειακό ιστορικό, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού με διαβήτη τύπου 2.

Αυξημένο κίνδυνο αντιμετωπίζουν επίσης οι υπέρβαροι και παχύσαρκοι άνθρωποι, όσοι δηλαδή έχουν Δείκτη Μάζας Σώματος ίσο ή πάνω από 25, καθώς και όσοι έχουν αυξημένο σπλαχνικό λίπος. Πρόκειται για άνδρες με περίμετρο μέσης μεγαλύτερη από 102 εκατοστά και γυναίκες με περίμετρο μέσης από 88 εκατοστά.

Μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν και οι ασθενείς που έχουν αυξημένο σάκχαρο τόσο στη νηστεία όσο και δύο ώρες μετά την χορήγηση γλυκόζης, κατά τη διάρκεια διενέργειας καμπύλης ζαχάρου. Με την ιατρική ορολογία, πρόκειται για ανθρώπους που παρουσιάζουν ταυτόχρονα διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη.

Στις ομάδες αυξημένου κινδύνου ανήκουν ακόμη οι γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης και οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Μπορεί να αντιστραφεί το προδιαβητικό στάδιο;

«Μπορεί να υπάρξει αντιστροφή, αρκεί να γίνουν οι κατάλληλες παρεμβάσεις», τονίζει ο Δημήτρης Ηλιόπουλος.

Βασικός στόχος είναι η απώλεια περίπου 5% έως 7% του σωματικού βάρους και κυρίως η μείωση του σπλαχνικού λίπους, το οποίο συνδέεται με την αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η άσκηση είναι επίσης απαραίτητη. Ιδανικά χρειάζονται περίπου 150 λεπτά σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα, κατανεμημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μη μεσολαβούν μεγάλα διαστήματα αδράνειας και να διατηρείται η μεταβολική επίδραση της άσκησης.

Ο τρίτος βασικός άξονας είναι η διατροφή. Ο γιατρός συστήνει ένα μεσογειακό διατροφικό πρότυπο, με τρόφιμα χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη, φυτικές ίνες, φρούτα και λαχανικά. Παράλληλα, χρειάζεται να αποφεύγονται οι επεξεργασμένοι υδατάνθρακες και τα αναψυκτικά.

Πότε χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή;

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής πολύ συχνά αρκούν, αρκεί όμως να εφαρμόζονται συνδυαστικά και συστηματικά.

«Δεν πρέπει να ακολουθούμε μόνο διατροφή ή μόνο άσκηση. Χρειάζεται ο συνδυασμός και των δύο, ώστε να πετύχουμε τον στόχο», εξηγεί.

Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική παρέμβαση. Σε αυτές περιλαμβάνονται κυρίως ασθενείς με παχυσαρκία δεύτερου βαθμού, δηλαδή με Δείκτη Μάζας Σώματος ίσο ή πάνω από 35, γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης, καθώς και άνθρωποι που δεν καταφέρνουν να ακολουθήσουν το πρότυπο διατροφής και άσκησης που έχει συστηθεί.

Προδιαβήτης και με φυσιολογικό βάρος

Το φυσιολογικό σωματικό βάρος δεν αποκλείει την εμφάνιση προδιαβήτη. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει φυσιολογικό βάρος αλλά υψηλό ποσοστό σπλαχνικού λίπους, το οποίο επηρεάζει την ευαισθησία στην ινσουλίνη.

Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης η κληρονομικότητα. Άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό, γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ή με ιστορικό διαβήτη κύησης μπορούν να εμφανίσουν προδιαβήτη ακόμη και χωρίς να είναι υπέρβαροι.

Πώς επηρεάζουν ο ύπνος, το άγχος και η καθιστική ζωή;

Όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν τον μεταβολισμό της γλυκόζης. Ένας καλός ύπνος, διάρκειας περίπου οκτώ ωρών, μπορεί να βοηθήσει στη σωστή μεταβολική λειτουργία.

Το άγχος, μέσω της αδρεναλίνης και της κορτιζόλης, αυξάνει τη γλυκόζη στο αίμα. Το ήπαρ παράγει περισσότερη γλυκόζη, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο μεταβολικός έλεγχος.

Το κάπνισμα προκαλεί φλεγμονή και οξειδωτικό στρες, ενισχύοντας την αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η καθιστική ζωή, από την άλλη πλευρά, μειώνει σημαντικά την κατανάλωση θερμίδων. Συχνά συνδυάζεται και με αυξημένη πρόσληψη τροφής, ενώ η περιορισμένη κίνηση μειώνει την απορρόφηση της γλυκόζης από τους μυς. Έτσι, μεγαλύτερη ποσότητα γλυκόζης παραμένει στο αίμα αντί να αποθηκεύεται στους μυς με τη μορφή γλυκογόνου.

Ποιες τροφές χρειάζεται να περιορίσουμε;

Σύμφωνα με τον γιατρό, καλό είναι να αποφεύγονται τα τυποποιημένα τρόφιμα και οι επεξεργασμένοι υδατάνθρακες, όπως το λευκό ψωμί, τα γλυκά και η ζάχαρη.

Περιορισμός χρειάζεται και στα κορεσμένα λιπαρά, καθώς συνδέονται με αύξηση του σωματικού βάρους και του σπλαχνικού λίπους, αλλά και με ενίσχυση της αντίστασης στην ινσουλίνη.

Κάθε πότε πρέπει να επαναλαμβάνονται οι εξετάσεις;

Η γλυκόζη και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη χρειάζεται να ελέγχονται μία φορά τον χρόνο.

Όταν υπάρχει υποψία προδιαβήτη, μπορεί να χρειαστεί και καμπύλη σακχάρου, ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται πράγματι μόνο για προδιαβήτη ή αν υπάρχει ένας «κρυφός» διαβήτης.

Είναι πιθανό ένας άνθρωπος να παρουσιάζει τιμές προδιαβήτη στις εξετάσεις νηστείας, αλλά δύο ώρες μετά τη χορήγηση γλυκόζης η τιμή να είναι πάνω από 200 mg/dL, κάτι που αντιστοιχεί σε διαβήτη.

«Η καμπύλη σακχάρου αποτελεί συχνά πολύ σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο. Σε συνδυασμό με τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, μπορεί να μας δείξει αν πρόκειται για προδιαβήτη ή διαβήτη», αναφέρει ο Δημήτρης Ηλιόπουλος.

Αν οι τιμές του σακχάρου και της γλυκοζυλιωμένης είναι παθολογικές, μπορεί να χρειαστεί επανέλεγχος σε τρεις μήνες, αφού προηγηθεί παρέμβαση στη διατροφή και την άσκηση. Η πτώση των τιμών της γλυκόζης και της γλυκοζυλιωμένης δείχνει ότι ο ασθενής ανταποκρίνεται στις αλλαγές.

Μπορεί ο προδιαβήτης να προκαλέσει βλάβες;

Δεν είναι συχνό, όμως ο προδιαβήτης μπορεί, μέσω της υπεργλυκαιμίας, να συνδέεται με βλάβες. Δεν χρειάζεται μάλιστα οι τιμές να είναι πάρα πολύ υψηλές.

Ακόμη και μικρότερες αυξήσεις της γλυκόζης μπορούν να σχετίζονται με αγγειοπάθεια, νευροπάθεια και βλάβες στα μάτια. Αυτό παρατηρείται κυρίως σε ασθενείς που έχουν ήδη άλλα προβλήματα υγείας, όπως δυσλιπιδαιμία ή υπέρταση.

Το λάθος με τα «φυσιολογικά» όρια των εργαστηρίων

Ένας συνηθισμένος μύθος είναι ότι ο προδιαβήτης δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα ή ότι τα όρια που έχουν θεσπιστεί για τη διάγνωσή του είναι υπερβολικά αυστηρά και δεν χρειάζεται να μας ανησυχούν.

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι ότι ορισμένα εργαστήρια δεν έχουν επικαιροποιήσει τα όρια διάγνωσης σύμφωνα με τις ελληνικές, ευρωπαϊκές και αμερικανικές οδηγίες των διαβητολογικών εταιρειών.

Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σάκχαρο νηστείας 110 mg/dL, τιμή που αντιστοιχεί σε προδιαβήτη, αλλά το εργαστήριο να αναφέρει ως ανώτατο φυσιολογικό όριο τα 115 mg/dL. Ο ασθενής θεωρεί τότε ότι δεν έχει προδιαβήτη και ότι όλα είναι φυσιολογικά.

«Είναι σημαντικό να ακολουθούμε τις κατευθυντήριες οδηγίες και όλα τα εργαστήρια να επικαιροποιήσουν και να αναγράφουν τα σωστά όρια διάγνωσης προδιαβήτη και διαβήτη. Πολλές φορές οι ασθενείς μπερδεύονται και, αν δεν υπάρχει ιατρική εκτίμηση, μπορεί να θεωρήσουν ότι δεν έχουν κάποιο πρόβλημα», σημειώνει.

Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, μετά από χρόνια, να εμφανιστεί υψηλή γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και διαβήτης τύπου 2. Κοιτάζοντας τις παλαιότερες εξετάσεις, ο γιατρός μπορεί να διαπιστώσει ότι ο προδιαβήτης υπήρχε ήδη από χρόνια και ότι θα μπορούσε να είχε γίνει έγκαιρη παρέμβαση με διατροφή και άσκηση.

«Βλέπουμε ασθενείς που είχαν προδιαβήτη για πέντε χρόνια χωρίς να γίνει καμία παρέμβαση και τώρα έχουν διαβήτη. Ενώ πριν θα μπορούσαμε να παρέμβουμε με διατροφή και άσκηση, πλέον πρέπει να προχωρήσουμε σε φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η ιατρική αξιολόγηση των εξετάσεων και ο προληπτικός ετήσιος έλεγχος», καταλήγει ο Δημήτρης Ηλιόπουλος.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v