Τι είναι η ενσυναίσθηση και πώς θα την αποκτήσεις;
Η ικανότητα να μπαίνεις στη θέση του άλλου ακούγεται στη θεωρία απλή, στην πράξη όμως πολύ λίγοι άνθρωποι τη διαθέτουν. Γίνεται να αποκτήσεις ενσυναίσθηση, και αν ναι, πώς;
Η ικανότητα να μπαίνεις στη θέση του άλλου ακούγεται στη θεωρία απλή, στην πράξη όμως πολύ λίγοι άνθρωποι τη διαθέτουν. Γίνεται να αποκτήσεις ενσυναίσθηση, και αν ναι, πώς;
Σπάνιο πράγμα η ενσυναίσθηση. Όσοι την έχουν, ομορφαίνουν τις ζωές όλων μας, και κάνουν καλύτερες, πιο υγιείς σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω τους. Όχι μόνο ερωτικές, σχέσεις κάθε είδους: Φιλικές, επαγγελματικές, γονεϊκές, σχέσεις εμπιστοσύνης, σχέσεις αγαπησιάρικες.
Το ζήτημα είναι ότι δεν γεννιόμαστε οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι –για να μην πούμε ότι βασικά έτσι δεν γεννιέται κανένας, και ακουστούμε αφοριστικοί. Για να αποκτήσεις ενσυναίσθηση, χρειάζεται πρώτα να κατανοήσεις τι είναι η ενσυναίσθηση. Και μετά, να αποφασίσεις πόσο σε ενδιαφέρουν οι άλλοι άνθρωποι. Αφού πρώτα, στο ενδιάμεσο, βγάλεις τον εαυτό σου και τον τρόπο σκέψης σου από το προσκήνιο. Ακούγεται δύσκολο; Πού να το δεις στην πράξη.
Η ενσυναίσθηση, λοιπόν, είναι η ικανότητα να καταλαβαίνεις τι νιώθει ένας άλλος άνθρωπος, χωρίς απαραίτητα να νιώθεις ακριβώς το ίδιο. Ούτε «σε καταλαβαίνω γιατί κι εγώ μια φορά έπαθα κάτι παρόμοιο», ούτε «μην στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά». Είναι κάτι πιο ήσυχο, πιο δύσκολο και πολύ πιο χρήσιμο: Να μπορείς να σταθείς δίπλα στον άλλον, χωρίς να τον σπρώξεις προς τα δικά σου συμπεράσματα.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο μεγάλο μπέρδεμα. Πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως για να δείξεις ενσυναίσθηση πρέπει να συμφωνήσεις, να πάρεις το μέρος του άλλου, να δικαιολογήσεις τη συμπεριφορά του. Δεν ισχύει. Μπορείς να καταλαβαίνεις γιατί κάποιος θύμωσε, χωρίς να θεωρείς σωστό τον τρόπο που αντέδρασε. Μπορείς να ακούς τον πόνο του, χωρίς να του δίνεις αυτομάτως δίκιο σε όλα.
Η ενσυναίσθηση είναι κατανόηση, όχι άφεση αμαρτιών. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο «καταλαβαίνω ότι αυτό σε πλήγωσε» και στο «έχεις δίκιο, ο άλλος είναι μ@λ$κ%$». Το πρώτο ανοίγει χώρο για επικοινωνία. Το δεύτερο ανοίγει χώρο για δράμα, και το δράμα συνήθως δεν χρειάζεται βοήθεια, μια χαρά τα καταφέρνει και μόνο του.
Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη που κάνουμε όταν προσπαθούμε να μπούμε στη θέση του άλλου είναι ότι το κάνουμε αυτό κυριολεκτικά: Παίρνουμε τον εαυτό μας και τον βάζουμε εκεί, στην άλλη κατάσταση, στο δράμα ενός άλλου ανθρώπου. Σκεφτόμαστε «αν ήμουν εγώ στη θέση του, θα ένιωθα έτσι», και αυτό το βαφτίζουμε ενσυναίσθηση. Μόνο που ο άλλος δεν είναι εμείς. Έχει άλλη ιστορία, άλλες αντοχές, άλλα τραύματα, άλλες προσδοκίες.
Η πραγματική ερώτηση δεν είναι «πώς θα ένιωθα εγώ αν μου συνέβαινε αυτό;». Είναι «πώς μπορεί να το βιώνει αυτό ο συγκεκριμένος άνθρωπος;». Αυτό βέβαια προϋποθέτει ένα κάποιο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, που θα σε κάνει να παρατηρείς καλύτερα τουλάχιστον όσους σε νοιάζουν πραγματικά, και άρα να έχεις μια γενική ιδέα για την ιδιοσυγκρασία τους, τον τρόπο σκέψης τους, τους φόβους και τις ανασφάλειές τους.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούμε για να καταλάβουμε. Ακούμε για να απαντήσουμε. Όσο ο άλλος μιλάει, εμείς μέσα μας μοντάρουμε ήδη την επόμενη ατάκα, ετοιμάζουμε παράδειγμα από τη δική μας ζωή, ψάχνουμε λύση, αντεπιχείρημα, παρηγοριά, αστείο για να ελαφρύνει το κλίμα.
Η ενσυναίσθηση ξεκινάει όταν δεν βιάζεσαι να πεις «ναι, κι εγώ», να προτείνεις λύσεις ή να μοιραστείς τη σοφία σου. Καμιά φορά, το πιο τρυφερό πράγμα που μπορείς να πεις είναι ένα απλό «πες μου κι άλλα».
Όταν κάποιος στεναχωριέται, θυμώνει ή φοβάται, η πρώτη μας παρόρμηση είναι να τον βοηθήσουμε να σταματήσει. «Μην το σκέφτεσαι», «δεν αξίζει», «έλα τώρα, υπερβάλλεις», «κοίτα τη θετική πλευρά». Όλα αυτά συνήθως λέγονται με καλή πρόθεση. Και όλα αυτά, επίσης συνήθως, κάνουν τον άλλον να νιώθει λίγο πιο μόνος.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι να εξαφανίσεις το συναίσθημα του άλλου. Είναι να το αντέξεις για λίγο μαζί του. Να πεις «ναι, ακούγεται πολύ βαρύ» αντί για «μην στεναχωριέσαι». Να πεις «καταλαβαίνω γιατί σε τάραξε» αντί για «έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα». Γιατί μπορεί για σένα να μην έγινε τίποτα, για εκείνον όμως έγινε κάτι, και αυτό ακριβώς προσπαθεί να σου πει.
Και επειδή όλα τα ωραία πράγματα χρειάζονται φρένα, να πούμε και αυτό: Ενσυναίσθηση δεν σημαίνει να γίνεις σφουγγάρι για τα συναισθήματα όλων των ανθρώπων γύρω σου. Δεν σημαίνει να απορροφάς τον πόνο, τον θυμό, την αγωνία, την γκρίνια και τα άλυτα θέματα κάθε ανθρώπου που συναντάς. Δεν σημαίνει να ανέχεσαι κακοποιητικές συμπεριφορές επειδή «καταλαβαίνεις από πού έρχονται».
Μπορείς να έχεις ενσυναίσθηση και όρια ταυτόχρονα. Μπορείς να πεις «καταλαβαίνω ότι δυσκολεύεσαι, αλλά δεν σου επιτρέπω να μου μιλάς έτσι». Μπορείς μια χαρά να νοιάζεσαι για τους άλλους χωρίς να προσπαθείς να τους σώσεις από τους δαίμονές τους. Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά, είναι δική τους, και του ψυχαναλυτή τους.