Η ήττα της δικαιοσύνης
Ήττα συνιστά για την ελληνική δικαιοσύνη η απόφαση επιστροφής του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στη φυλακή.
Η απόφαση για επαναφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου είναι θεωρώ μια λανθασμένη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης. Και είναι λανθασμένη ασχέτως του τι λέει το λαϊκό περί δικαίου αίσθημα, το κατά πόσον δηλαδή η πλειοψηφία του κόσμου συμφωνεί με την αποφυλάκισή του ή όχι.
Ακόμη, είναι λανθασμένη όχι επειδή ο Γιωτόπουλος «ήταν αθώος» ή «δεν ομολόγησε ποτέ» την ενοχή του ή οτιδήποτε άλλο έχει να κάνει με τα πραγματικά περιστατικά της δίκης. Είναι λανθασμένη επειδή πλήττει την ιδέα που έχουν οι πολίτες για τον τρόπο λειτουργίας της δικαιοσύνης. Αυτό έχει εν προκειμένω τρεις πτυχές.
Αρχικά και βασικά είναι μια αντισυνταγματική πρακτική. Ο Γιωτόπουλος αποφασίστηκε να βγει, ακολούθησε κατακραυγή ης απόφασης και η υπόθεση εξετάστηκε εκ νέου, κατόπιν συστάσεως πολιτικών προσώπων που παίρνουν ξεκάθαρα μέρος σε όλο αυτό. Πέραν αμφιβολίας, ακόμη και η συζήτηση ενός τέτοιου αιτήματος θα συνιστούσε κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών- πολλώ μάλλον η ανατροπή της απόφασης για αποφυλάκιση του υπέργηρου καταδικασθέντα.
Έπειτα, με τη συγκεκριμένη απόφαση η απονομή της δικαιοσύνης φαίνεται τελικά να αποτελεί προϊόν μνησικακίας, πολιτικής, κοινωνικής ή νομικής. Η εκδικητική στάση της δικαιοσύνης καταργεί την έννοια του δικαίου και δεν νοείται να αποτελεί κίνητρό της. Είναι γνωστό ότι το κοινό θέλει πάντα για όλους «να σαπίσουν στη φυλακή». Ίσως το θεωρούν μια ανταμοιβή για τις δυσκολίες που έχει η δική τους ενάρετη ζωή το να τιμωρούνται οι «άλλοι» ή ίσως όχι- δεν έχει τόση σημασία. Το «τώρα θα δεις τι θα πάθεις» μπορεί να είναι αποδεκτό για τον γονιό που έχοντας απαυδήσει με το άτακτο πιτσιρίκι του του δίνει και μια στον πισινό ή του επιβάλει απαγόρευση εξόδους από το δωμάτιο, αλλά δεν είναι τρόπος που πρέπει να λειτουργεί ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Τα ίδια ισχύουν για την πολιτική μνησικακία: φανερώνουν ότι όταν τα πράγματα ζορίζουν υπάρχει μια συναισθηματική πλευρά της δικαιοσύνης που αναδύεται και αναλαμβάνει τα ηνία. Όμως ο συναισθηματισμός δεν είναι προβλέψιμος και στην περίπτωση της δικαιοσύνης αφαιρεί από την λειτουργία του δικαίου το δομικό του στοιχείο, τη σαφήνεια και την καθολική ισχύ.
Και δράττομαι από το τελευταίο για να πω ότι η απόφαση συντελεί στην απαξίωση του κράτους δικαίου και με νομικούς όρους. Όταν ο νομοθέτης θεσπίζει συγκεκριμένα, αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασίες για την υπό όρους απόλυση ενός κρατουμένου (χρόνος έκτισης, καλή διαγωγή, προχωρημένη ηλικία και λοιπά) αυτά πρέπει να ισχύουν για όλους, χωρίς αστερίσκους. Αν η δικαιοσύνη αποφασίζει να τα ανακαλέσει επειδή το ονοματεπώνυμο και το παρελθόν του συγκεκριμένου κρατουμένου προκαλούν (ευλόγως) κοινωνική ή πολιτική δυσανεξία, τότε ουσιαστικά ομολογεί πως οι νόμοι της είναι ελαστικοί.