Τα γκολ των πληβείων και η λάμψη του χρήματος
Το πιο "λαϊκό" άθλημα γίνεται όλο κια λαμπερότερο, ενώ κοστίζει όλο και περισσότερο να το παρακολουθήσεις.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, το «Μουντιάλ» όπως, λόγω κάποιου σκιρτήματος της μοίρας, είναι γνωστό στην Ελλάδα είναι μέρος της σχεδόν παγκόσμιας ποπ κουλτούρας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία να μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο.
Οι περισσότεροι εξ ημών – κυρίως οι άρρενες αλλά όχι μόνο- έχουν αναμνήσεις από παλαιότερα μουντιάλ και από την διάχυτη ποδοσφαιρική ατμόσφαιρα που, κάθε τέσσερα χρόνια, επικρατεί μαζί με τη θερινή ραστώνη για έναν περίπου μήνα. Τα Μουντιάλ είναι, περισσότερο από τους Ολυμπιακούς «χρονοδείκτες», σημεία δηλαδή χρονικής αναφοράς της ζωής μας. Πώς λέμε «κάτσε τότε ήμουν με τον/την …., οπότε πρέπει να ήταν το 2005»; Αυτό αλλά σε Μουντιάλ.
Σκεφτόμουν ότι αυτή η ευρεία αποδοχή του Μουντιάλ στις περισσότερες χώρες του κόσμου υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τον λαϊκό χαρακτήρα του ποδοσφαίρου, που αποτυπώνεται κομματάκι αφελώς στην δημοσιογραφική παρομοίωση «Ο Βασιλιάς των Σπορ».
Η φετινή διοργάνωση έχει πράγματα να πει για τον πολυκερματισμένο κόσμο των ανισοτήτων και των εθνικισμών. Κατ΄ αρχάς λέει ότι οι τιμές για παρακολούθηση κάποιου αγώνα κάθε άλλο παρά λαϊκές είναι: ορίστηκαν από 140 δολάρια για τις φάσεις των ομίλων έως… 32.970 δολάρια για μια θέση στον τελικό.
Σκέφτηκα να αποφύγω το φτηνό αστείο που θα έλεγε ότι με τέτοια τιμολόγια μάλλον έχουμε να κάνουμε με «Σπορ των Βασιλιάδων», ή, για να είμαστε ακριβείς, με σπορ των ολιγαρχών, των golden boys και των απανταχού influencers που θα πληρώσουν μια περιουσία απλώς για να ανεβάσουν ένα story από τις VIP σουίτες των γηπέδων της Βόρειας Αμερικής.
Η παλιά καλή ιστορία του παγκοσμιοποιημένου και εμπορευματοποιημένου θεάματος θα πει κάποιος- τι περίμενες; Όχι πολλά είναι η αλήθεια. Το ενδιαφέρον είναι ότι όσες χλιδάτες διοργανώσεις κι αν περάσουν, όσοι celebrities και αν βάλουν τη χρυσόσκονή τους, με κάποιο μαγικό τρόπο η «ψυχή» του ποδοσφαίρου εξακολουθεί να χτυπά στις φτωχογειτονιές και τις αλάνες. Αυτό είναι που σώζει το ποδόσφαιρο, ότι δεν θα γίνει ποτέ… κυνήγι αλεπούς.
Όσο οι πληβείοι θα το αγαπούν θα συνεχίσει να ακμάζει και – νομίζω – να χάνει τους ουσιαστικούς δεσμούς του με την υπερβολικά λαμπερή πλευρά του.