Στο εστιατόριο 1890 συνδεόμαστε με τη σύγχρονη ελληνική γαστρονομία

Μνήμη και δημιουργία είναι τα δύο συστατικά του εστιατορίου 1890 της Πλατείας Αγίας Ειρήνης, που ενώνονται για να μας συνδέσουν με την ιστορία της πόλης και την ελληνική γαστρονομία του σήμερα.

Στο εστιατόριο 1890 συνδεόμαστε με τη σύγχρονη ελληνική γαστρονομία

Όπως κατηφόριζα την οδό Αθηναΐδος για να βρω το εστιατόριο 1890 στον αριθμό 10 του δρόμου, στην πλατεία της Αγίας Ειρήνης στην πλάτη της εκκλησίας, κι έχοντας ήδη προλάβει να διαβάσω κάποια πράγματα μέσα στο δίμηνο που ακολούθησε το άνοιγμα του εστιατορίου στο τέλος του περασμένου Μαρτίου, ήμουν σίγουρη πως δεν θα έβρισκα μια ακόμη επανάληψη των δεκάδων μπαρ και εστιατορίων που στριμώχνονται στην περιοχή. Έχοντας, επίσης, γνωρίσει και δεόντως εκτιμήσει τον σεφ του Χρήστο Σιδηρόπουλο στο εστιατόριο της Σύμης που επιμελείται τους καλοκαιρινούς μήνες (διαβάστε εδώ τι είχα γράψει γι’ αυτό), ήξερα πως το φαγητό στο 1890 θα είναι αξιομνημόνευτο.

Το πρώτο που είδα και θαύμασα όταν στάθηκα μπροστά στην είσοδο από το απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν δύο υπέροχα, τεράστια μαγιάτικα στεφάνια από αμάραντα που κρεμόντουσαν στις πόρτες κι από πάνω την επιγραφή «Συμεωνίδης» ως φόρο τιμής στην πρότερη ζωή του υπέροχου κτηρίου που υπήρξε για πολλά χρόνια κατάστημα εκλεκτών υφασμάτων. Καθώς μπήκα μέσα αναστέναξα από ανακούφιση, μιας και είδα πόσο καλή δουλειά έχει γίνει στην ανακαίνιση. Όλα τα στοιχεία που έχουν διασωθεί, όπως το καταπληκτικό δάπεδο και τα ζωγραφιστά πανύψηλα ταβάνια, συνυπάρχουν σε αρμονικό συνδυασμό με τα καλαίσθητα και άνετα βιενέζικα καθίσματα, τον μελετημένο φωτισμό, τα καλοστρωμένα τραπέζια, τα ράφια της κάβας των κρασιών που φτάνουν μέχρι το ταβάνι και την ξύλινη σκάλα για να τα φτάνεις, την αστραφτερή κουζίνα στο βάθος που προστατεύεται από τζαμαρία, την κομψή art de la table.

Μετά είδα τον Χρήστο Σιδηρόπουλο που υποδέχτηκε εμένα και τον συνοδό μου με το πλατύ χαμόγελο που θυμόμουν από πέρυσι το καλοκαίρι στη Σύμη. Ο Χρήστος, δεν υποδέχτηκε εμάς επειδή με γνώριζε, γιατί όλο το βράδυ τον είδα να κάνει το ίδιο και με τους υπόλοιπους επισκέπτες του εστιατορίου. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά συνηθίζει  να πηγαίνει τα πιάτα ο ίδιος στα τραπέζια για να εξηγήσει τι είναι αυτό που θα γευτούν οι παρέες, όχι ως βαρετή απαρίθμηση των υλικών ή ανούσια επεξήγηση των τεχνικών, αλλά λέγοντας δυο λόγια για την ιδέα, την έμπνευση πίσω από κάθε φαγητό, την ιστορία του.

Αυτή η ιδιαίτερη φροντίδα «βγαίνει» και στα πιάτα του τα οποία, αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσω με δύο μόνο λέξεις, είναι κομψά και νόστιμα. Επιτρέψτε μου, όμως, να επεκταθώ λίγο παραπάνω για να σας δώσω μια πιο σαφή εικόνα του τι θα γευτείτε στο 1890. Οι φίνες γεύσεις των φαγητών έχουν σαν αφετηρία τα προϊόντα πρώτης τάξεως που συναντούν κατόπιν τη δημιουργικότητα η οποία πηγάζει από τον πλούτο της ελληνικής κουζίνας, αυτής που υπηρετεί ο Χρήστος Σιδηρόπουλος, προχωρούν στις άρτιες τεχνικές από τις οποίες, ευτυχώς, απουσιάζει η επιδειξιομανία και καταλήγουν σε πιάτα με καθαρότητα και εγγενή ταυτότητα.

Για να γίνω ακόμα πιο κατανοητή, θα σας περιγράψω μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των εδεσμάτων του καταλόγου. Το όμορφο, σαν κόσμημα, λουκουμαδάκι από την τριλογία amuses-bouche είναι μια μίνι πεντανόστιμη σπανακόπιτα. Το ταρτάκι με την κρέμα φέτας, ανθό αλατιού και μέλι ερμηνεύει με περίσσεια φινέτσα τον συνήθως γλυκερό για τα γούστα μου, κι οπωσδήποτε παραγνωρισμένο, συνδυασμό. Το ζεστό καρβελάκι με το σπιτικό προζυμένιο ψωμί με χαρούπι εξαφανίζεται σχεδόν εν ριπή οφθαλμού, ακόμα κι όταν τελειώσουν η ταραμοσαλάτα και ο ντοματοπελτές – αμφότερα εξαιρετικά – που το συνοδεύουν. Η καπνιστή μαγιονέζα, η πικάντικη harissa και το ταχίνι έδωσαν στο ημίπαστο, λεπτοκομμένο σαν sashimi, μαγιάτικο απρόσμενα ανατολίτικο χαρακτήρα. Κι εδώ κάπου αναφώνησα τι καλά που δεν έχει άλλο ένα ψευτοσεβίτσε!

Τα μικροσκοπικά κυβάκια αχλαδιού ήταν η απίστευτη έκπληξη στην κατά τα άλλα ελληνοπρεπέστατη σάλτσα πρασοσέλινο της αρχόντισσας τσιπούρας. Τα ζυμαρικά cappelletti, χειροποίητα και αυτά, γεμίζουν με άγρια μανιτάρια και ενώνονται με μια πλούσια και συγχρόνως αέρινη μπεσαμέλ από ώριμη γραβιέρα Νάξου. Τα καρότα που συνοδεύουν το άψογα ψημένο μοσχαρίσιο φιλέτο ήρθαν σε δύο μορφές: περασμένα με γλάσο αρωματισμένο με το κερκυραϊκό σπετσερικό, σήμα κατατεθέν της τοπικής παστιτσάδας, και σε βελουδένιο πουρέ που μοσχοβολούσε από το κύμινο. 

Στο ίδιο ύφος κινούνται και τα επιδόρπια της Βάσως Γιαμουρά, της οποίας τα δημιουργήματα είχα την τύχη να γευτώ στη Σύμη, καθώς επιμελείται και εκεί τα επιδόρπια. Κι όπως είχα ήδη γοητευτεί από τα γλυκά της στο νησί, το ίδιο έγινε και στο 1890, με πρώτο το προδόρπιο που και εδώ συνδύασε με εξαιρετική λεπτότητα και επαναστατική διάθεση το παγωτό αμύγδαλο ενισχυμένο με λικέρ Amaretto και το δροσερό γιαούρτι με το pesto από μυρώνια. Κι ενώ αρχικά κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο μπαμπάς με ρούμι ίσως είναι βαρύς για το στομάχι μετά από ένα πλούσιο γεύμα, σας διαβεβαιώ πως οι φράουλες και το lime στην κρέμα του αφράτου μπαμπά, φτιάχνουν ένα επιδόρπιο δροσερά ακαταμάχητο. Η τριλογία των κουκλίστικων mignardises που συνοδεύει τον καφέ ή το χωνευτικό αλκοόλ (canelé, λευκή σοκολάτα και ταρτάκι μαύρης σοκολάτας) κλείνει πανηγυρικά το δείπνο.

Ξαναδιαβάζοντας, για να κλείσω, τα όσα έχω γράψει μέχρι εδώ, στέκομαι ακόμη μια φορά στη λέξη «κομψότητα» η οποία, νομίζω, ότι περιγράφει με ακρίβεια το 1890, τόσο τον χώρο όσο και το φαγητό του. Κι αν θα έπρεπε να το κατατάξω σε κατηγορία, αυτή θα ήταν ‘fine dining’. Όμως, όπως λέει και ο ίδιος ο Χρήστος, το ζητούμενο εδώ έχει διαφορετικό νόημα, γιατί είναι η σύνδεση των ανθρώπων με την ελληνική γαστρονομία που βρίσκεται ανάμεσα στη μνήμη και τη δημιουργία. Κι αυτό είναι μεγάλο κατόρθωμα.

Σημ. 1: Αρχικά το κτήριο, που όντως χτίστηκε το 1890, ήταν το πατρικό σπίτι ενός λόγιου της εποχής. Αργότερα συνδύασε την κατοικία στους ορόφους με την εμπορική δραστηριότητα στο ισόγειο που αναφέρω πιο πάνω, δηλαδή το κατάστημα υφασμάτων του Συμεωνίδη, από αυτά τα καταπληκτικά που ήταν όλα μαζεμένα στην περιοχή και που θυμάμαι κι εγώ, καθώς συνόδευα τη μαμά μου στις αγοραστικές της εξορμήσεις. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2013, όταν ήδη η πλατεία Αγίας Ειρήνης και τα πέριξ κατακλύζονταν από μπαρ-εστιατόρια, στη θέση του Συμεωνίδη εμφανίστηκε το Osterman που είχε μεγάλη επιτυχία για όσο κράτησε. Όταν έκλεισε τον κύκλο του, τίποτε δεν μπόρεσε να έχει διάρκεια στη θέση του. Το 2020 στο κτήριο, εκτός από το ισόγειο που ήταν μισθωμένο από ένα all-day εστιατόριο, άνοιξε το ξενοδοχείο Athens 1890 Hotel & Spa της αλυσίδας ξενοδοχείων Aria Hotels κι όταν το φθινόπωρο του 2025 απελευθερώθηκε και το ισόγειο, η Aria μπόρεσε να το εντάξει στο ξενοδοχείο για να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία στους επισκέπτες.

Σημ. 2: Το 1890 λειτουργεί από το πρωί, προσφέροντας πρωινό και μεσημεριανό. Το βράδυ, εκτός από το à la carte μενού, υπάρχουν τρία μενού γευσιγνωσίας: 6 σταδίων στα 70 €, 9 σταδίων στα 90 € και χορτοφαγικό 6 σταδίων στα 65€ (βρείτε εδώ όλες τις λεπτομέρειες).

1890 Restaurant
Αθηναΐδος 10, Πλατεία Αγίας Ειρήνης, Αθήνα
Τηλέφωνο Κρατήσεων : +30 210 3240603

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v