Όταν η νοσταλγία γίνεται εμπόδιο αντί για παρηγοριά
Η νοσταλγία μπορεί να σε αγκαλιάσει σαν ζεστό απογευματιάτικο φως. Μπορεί όμως και να σε κρατήσει κολλημένο/η σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια.
Η νοσταλγία μπορεί να σε αγκαλιάσει σαν ζεστό απογευματιάτικο φως. Μπορεί όμως και να σε κρατήσει κολλημένο/η σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια.
Είναι κάτι βράδια που ένα τραγούδι από τα 90s, μια παλιά φωτογραφία στο Facebook ή η μυρωδιά ενός φαγητού σε γυρνάνε χρόνια πίσω. Και ξαφνικά είσαι εκεί: σε μια αυλή, σε μια σχέση, σε ένα καλοκαίρι που μοιάζει πιο φωτεινό απ’ όσο ήταν. Η νοσταλγία έχει αυτή τη δύναμη: Κάνει το παρελθόν να λάμπει σαν κάποιος να του έβαλε φίλτρο. Μόνο που το φίλτρο, όσο όμορφο κι αν είναι, παραμένει φίλτρο.
Για χρόνια, η ψυχολογία αντιμετώπιζε τη νοσταλγία σαν σύμπτωμα μελαγχολίας. Σήμερα ξέρουμε ότι δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση νοήματος, να μας θυμίσει ποιοι είμαστε, να λειτουργήσει σαν συναισθηματικό καταφύγιο σε περιόδους στρες.
Όταν, για παράδειγμα, νιώθουμε μοναξιά ή αβεβαιότητα, ο εγκέφαλος ανασύρει στιγμές όπου νιώθαμε συνδεδεμένοι, ασφαλείς, ζωντανοί. Είναι ο τρόπος του να σου θυμίσει πως έχεις περάσει ωραία στη ζωή σου, και άρα οι πιθανότητες λένε πως αυτό μάλλον θα ξαναγίνει. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η νοσταλγία παύει να είναι γέφυρα και γίνεται μόνιμη κατοικία.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν θυμάται σαν κάμερα, θυμάται σαν μοντέρ: Κόβει, ράβει, φωτίζει συγκεκριμένα σημεία και αφήνει άλλα στο σκοτάδι. Έτσι, μια δύσκολη σχέση γίνεται σταδιακά «η πιο παθιασμένη», μια αγχωτική φοιτητική περίοδος μετατρέπεται στα «καλύτερα σου χρόνια», μια εποχή οικονομικής στενότητας βαφτίζεται «τότε που ήμασταν πιο αυθεντικοί».
Όσο περισσότερο συγκρίνουμε το τώρα με μια επιμελημένη εκδοχή του χθες, τόσο πιο πολύ χάνει το παρόν, που δεν έχει να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα του παρελθόντος, αλλά με την εξιδανικευμένη εκδοχή του. Και κάπου εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Η νοσταλγία γίνεται εμπόδιο όταν αρχίζει να επηρεάζει τις επιλογές σου. Όταν αποφεύγεις νέες εμπειρίες επειδή προεξοφλείς ότι «δεν θα είναι όπως παλιά». Όταν μένεις προσκολλημένος/η σε ανθρώπους ή καταστάσεις που έχουν τελειώσει, μόνο και μόνο επειδή κάποτε σε έκαναν να νιώθεις έντονα. Όταν σε διαπερνά η αίσθηση ότι «τα καλύτερα πέρασαν» και κάθε καινούργια προσπάθεια μοιάζει εξαρχής καταδικασμένη να αποδειχθεί κατώτερη.
Αν κάθε γνωριμία συγκρίνεται με έναν παλιό έρωτα, αν κάθε καλοκαίρι μετριέται με εκείνο το ένα που έχεις ανακηρύξει μυθικό, τότε το παρόν δεν έχει ποτέ ελπίδα να σταθεί στο ύψος του. Το έχεις ήδη καταδικάσει σε ρόλο κομπάρσου.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ζούμε σε μια περίοδο έντονης ρετρο-μανίας. Reboot σειρών, μόδες που επιστρέφουν, 90s πάρτι, playlists με τα καλύτερα των 70s για όσους δεν τα έζησαν ποτέ, φίλτρα που μιμούνται παλιές κάμερες. Σε αβέβαιες εποχές, το παρελθόν προσφέρει μια ψευδαίσθηση σταθερότητας: Είναι γνώριμο, άρα ασφαλές.
Το ζήτημα είναι ότι όταν ο κόσμος γύρω σου επιμένει πως «τότε ήταν καλύτερα», αρχίζεις να το πιστεύεις χωρίς να το εξετάζεις. Η προσωπική νοσταλγία μπλέκεται με τη συλλογική αφήγηση και το παρόν αρχίζει να μοιάζει μόνιμα ελλιπές, σαν να του λείπει πάντα κάτι.
Για να μην πούμε πόσο επικίνδυνη είναι πολιτικά αυτή η συλλογική νοσταλγία, τα έχει πει καλύτερα ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοβ πριν από μερικά χρόνια σε ένα σπουδαίο βιβλίο που λέγεται Χρονοκαταφύγιο, αν δεν το έχεις διαβάσει, επείγει.
Δεν χρειάζεται να κόψεις τη νοσταλγία από τη ζωή σου. Δεν είναι εχθρός. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς σου. Χρειάζεται όμως να παρατηρήσεις τι σου κάνει. Αν μετά από ένα νοσταλγικό κύμα νιώθεις έμπνευση, τρυφερότητα, μια αίσθηση σύνδεσης με τον εαυτό σου και τους άλλους, τότε μάλλον λειτουργεί υπέρ σου. Αν, αντίθετα, σε αφήνει με ματαιότητα, σύγκριση και μια αίσθηση παραίτησης, τότε πιθανότατα έχει αρχίσει να σε καθηλώνει. Η διαφορά είναι λεπτή αλλά ουσιαστική: Σε ζεσταίνει ή σε κρατά ακίνητο/η;
Ίσως η πιο υγιής εκδοχή της νοσταλγίας είναι αυτή που λειτουργεί σαν πυξίδα. Σου δείχνει τι ήταν σημαντικό για σένα: η αίσθηση ελευθερίας, η δημιουργικότητα, η παρέα, ο αυθορμητισμός. Δεν σου λέει να γυρίσεις πίσω. Σου λέει να αναζητήσεις αυτά τα στοιχεία στο σήμερα, με άλλους όρους.
Δεν χρειάζεται να διαγράψεις το παρελθόν για να προχωρήσεις. Χρειάζεται όμως να πάψει το παρελθόν να είναι το μοναδικό μέτρο σύγκρισης. Γιατί όσο ωραίο κι αν ήταν το τότε, καταπώς λέει και το τραγούδι, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα. Και το τώρα, όσο άγουρο ή ατελές κι αν μοιάζει, παραμένει το μόνο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να ανθίσει κάτι καινούργιο.