Τι είναι ο λαχεσισμός (και άλλα συναισθήματα που δεν ήξερες ότι έχεις)

Λαχεσισμός, στα αγγλικά lachesism, από την μυθική Λάχεσι: Η ακατανόητη επιθυμία να επιβιώσεις μια καταστροφή. Και άλλα μυστηριώδη συναισθήματα από την άβυσσο της ψυχής του ανθρώπου.

Τι είναι ο λαχεσισμός (και άλλα συναισθήματα που δεν ήξερες ότι έχεις)

 

Έχεις νιώσει ποτέ αυτό που οι Γάλλοι λένε πολύ ποιητικά «κάλεσμα του κενού», την τρελή και ακατανόητη παρόρμηση να πηδήξεις όταν βρίσκεσαι σε μεγάλο ύψος; Ε λοιπόν, ο λαχεσισμός της μοιάζει πολύ: Είναι η επιθυμία να συμβεί κάτι κοσμογονικά καταστροφικό, ένας φοβερός σεισμός ας πούμε, ή να πέσει ένα αεροπλάνο, κι εσύ να είσαι ανάμεσα στους επιζώντες. Πήρε το όνομά της από τη Λάχεσι, μια από τις τρεις Μοίρες στην ελληνική μυθολογία, και εξηγείται μια χαρά από την σύγχρονη ψυχολογία. Όπως και άλλα μυστηριώδη συναισθήματα, που δεν ήξερες πώς να τα ονοματίσεις –ή ότι τα είχες. Μέχρι τώρα.

Έχετε δύο λεπτά να σας μιλήσουμε για τον λαχεσισμό;

Όχι, δεν είσαι κρυφοκαταστροφικός/η, ούτε σε έχει βαρέσει ανοιξιάτικα μια υπαρξιακή τρέλα τύπου «να καεί το σύμπαν να δούμε τι θα γίνει». Ο λαχεσισμός δεν είναι ακριβώς η επιθυμία για την ίδια την καταστροφή, αλλά για το μετά της: για την αίσθηση ότι επιβίωσες από κάτι τεράστιο, ότι βγήκες από τη φωτιά με μια καινούργια, πιο καθαρή εκδοχή του εαυτού σου. Σαν να λαχταρά ο εγκέφαλος ένα βίαιο reset, μια δραματική παύση από την καθημερινότητα.

Οι ψυχολόγοι το συνδέουν συχνά με την ανάγκη μας για έντονες εμπειρίες και με εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον φόβο και τη διέγερση. Όταν φαντάζεσαι μια καταστροφή από την ασφάλεια του καναπέ σου, ο εγκέφαλος δοκιμάζει τα όριά του χωρίς πραγματικό ρίσκο. Είναι το ίδιο σύστημα που σε κάνει να βλέπεις θρίλερ με τα μάτια μισόκλειστα ή να κολλάς με ειδήσεις για ακραία γεγονότα. Μια πρόβα επιβίωσης, χωρίς να χρειαστεί να τρέξεις στ’ αλήθεια.

Και τώρα που το είπαμε αυτό, πάμε να δούμε και μερικά ακόμα «περίεργα» συναισθήματα που πιθανότατα έχεις νιώσει, αλλά δεν ήξερες ότι έχουν όνομα.

Sonder: Όλοι έχουν μια ζωή εξίσου περίπλοκη με τη δική σου

Εκείνη η στιγμή που περπατάς στον δρόμο, κοιτάς έναν άγνωστο στο φανάρι, και σε χτυπάει ξαφνικά η σκέψη ότι αυτός ο άνθρωπος έχει ιστορία, προβλήματα, έρωτες, άγχη, μικρές χαρές –ένα ολόκληρο σύμπαν που δεν θα μάθεις ποτέ. Το sonder είναι εκείνο το ρήγμα στην καθημερινότητα, που σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αλλά ένας από τους πολλούς, πάρα πολλούς, δισεκατομμύρια χαρακτήρες της. Και με έναν μυστήριο τρόπο, αυτό σε μικραίνει και σε μεγαλώνει ταυτόχρονα.

Zenosyne: Όταν ο χρόνος τρέχει σαν να τον κυνηγάνε

Θυμάσαι όταν ήσουν παιδί και το αύριο σου φαινόταν αιώνες μακριά, και κάθε προηγούμενη χρονιά έμοιαζε με προηγούμενη ζωή; Θυμάσαι πότε ξεκίνησε ο χρόνος να κυλάει αλλιώς; Η zenosyne (και να μας συγχωρείς τις αγγλικούρες, δεν έχουν ακόμα ελληνικές αντιστοιχίες αυτοί οι όροι) περιγράφει ακριβώς αυτή την αίσθηση ότι ο χρόνος επιταχύνεται όσο μεγαλώνεις. Οι εβδομάδες γίνονται μήνες, οι μήνες χρόνια, και πριν το καταλάβεις έχει περάσει μια δεκαετία. Δεν είναι ότι αλλάζει ο χρόνος· είναι που ο εγκέφαλος σταματά να καταγράφει πρωτόγνωρες εμπειρίες, και αυτό είναι που αλλάζει την αντίληψή μας για τον χρόνο. Αυτός είναι επίσης και ο λόγος που ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται στα ταξίδια, ή τις περιόδους που είσαι ερωτευμένος/η.

Chrysalism: Η απόλυτη γλύκα της καταιγίδας (από μέσα)

Είσαι μέσα στο σπίτι, έξω βρέχει καταρρακτωδώς, και για κάποιο λόγο νιώθεις μια βαθιά, σχεδόν παιδική ασφάλεια. Το chrysalism –ναι, από τη χρυσαλλίδα, οπότε θα μπορούσαμε να το πούμε χρυσαλλισμό– είναι αυτό το συναίσθημα, σαν να έχεις τυλιχτεί σε προστατευτικό κουκούλι, που νιώθεις όταν έξω γίνεται χαμός και μέσα εσύ είσαι προστατευμένος/η.

Ellipsism: Η λύπη για όσα δεν θα ζήσεις ποτέ

Ας το πούμε ελλειψισμό, μια που αρχίσαμε τη λεξιπλασία και τους νεολογισμούς. Αυτό, που λες, είναι κάτι σαν το FOMO, στη μεγαλύτερη δυνατή του κλίμακα: Η κομμάτι τρομακτική σκέψη ότι δεν θα δεις πώς θα είναι ο κόσμος σε 100 χρόνια, πώς θα εξελιχθούν οι άνθρωποι που αγαπάς, τι ιστορίες θα γραφτούν μετά από σένα. Ένα γλυκόπικρο συναίσθημα, σαν να ξεφυλλίζεις ένα βιβλίο που ξέρεις ότι δεν θα προλάβεις να τελειώσεις.

Adronitis: Η απογοήτευση όταν κάτι δεν αντέχει το βάρος της προσμονής

Το κλασικότερο παράδειγμα είναι η πενταήμερη, στο σχολείο. Το συναίσθημα που νιώθεις όταν κάτι το περιμένεις μήνες, το έχεις φανταστεί αλλιώς, το έχεις σχεδόν μυθοποιήσει. Και τελικά… καλό είναι. Αλλά ως εκεί. Ξαδερφάκι της απογοήτευσης, απλά όχι τόσο έντονο, το adronitis είναι αυτή η μικρή διάψευση της φαντασίας από την πραγματικότητα, που σε αφήνει με ένα συναίσθημα κάπως μετέωρο, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να πεις ότι απογοητεύτηκες, αλλά δεν ενθουσιάστηκες κιόλας.

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v