Υπνωτικά χάπια: Πότε βοηθούν, πότε γίνονται παγίδα και πότε πρέπει να τα αποφύγεις;

Δεν σε παίρνει ο ύπνος και σκέφτεσαι να καταφύγεις σε κάποιο χάπι; Ο ψυχίατρος Στέφανος Δημητρακόπουλος εξηγεί πότε τα υπνωτικά έχουν θέση στη θεραπεία, ποιους κινδύνους κρύβουν και πώς μπορείς να κοιμηθείς καλύτερα χωρίς αυτά.

Υπνωτικά χάπια: Πότε βοηθούν, πότε γίνονται παγίδα και πότε πρέπει να τα αποφύγεις;

Στριφογυρίζεις στο κρεβάτι, κοιτάζεις το ρολόι και υπολογίζεις πόσες ώρες ύπνου σού απομένουν μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι. Κάπου εκεί, η σκέψη ενός χαπιού που θα σε στείλει στην αγκαλιά του Μορφέα αρχίζει να μοιάζει ιδιαίτερα δελεαστική. Πόσο αθώα είναι όμως τα υπνωτικά και πότε πραγματικά χρειάζονται; Ο Στέφανος Δημητρακόπουλος, ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής (MD, MSc, PhD) και Επιστημονικά Υπεύθυνος της Μονάδας Έγκαιρης Παρέμβασης στην Ψύχωση «ΠΝΟΕΣ Ath» της Ε.Π.Α.Ψ.Υ., μάς βοηθά να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο.

Για πόσο καιρό μπορείς να παίρνεις υπνωτικά με ασφάλεια;

Πριν από οποιαδήποτε φαρμακευτική παρέμβαση, είναι σημαντικό να διερευνηθεί αν υπάρχει κάποια κλινική ή ιατρική αιτία πίσω από τη διαταραχή του ύπνου, ώστε η χορήγηση υπνωτικών να γίνει με ασφάλεια, εξηγεί ο ειδικός.

Τα υπναγωγά φάρμακα μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την αϋπνία βραχυπρόθεσμα, δεν ενδείκνυνται όμως ως μόνιμη λύση.

«Χρονικό διάστημα έως 2-4 εβδομάδες θεωρείται ασφαλές», αναφέρει ο κ. Δημητρακόπουλος, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι, ανάλογα με τη δοσολογία και την κλινική περίπτωση, η χρήση τους μπορεί να παραταθεί, πάντοτε με την ανάλογη ιατρική καθοδήγηση.

Το πρόβλημα με την παρατεταμένη λήψη είναι ότι ενδέχεται να αναπτυχθεί ανοχή. Με απλά λόγια, η ίδια δόση σταδιακά χάνει την αποτελεσματικότητά της και το άτομο μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο σωματικής εξάρτησης, με πιθανά στερητικά συμπτώματα όπως πρόωρες αφυπνίσεις, ανησυχία, ευερεθιστότητα και σωματικά ενοχλήματα. Υπάρχει όμως και η ψυχολογική εξάρτηση, με χαρακτηριστικό τον φόβο ότι «χωρίς το χάπι δεν μπορώ να κοιμηθώ», ο οποίος τροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο της αϋπνίας.

«Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με τη διάρκεια, τη δόση και τη συχνότητα χρήσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι ασθενείς θα εμφανίσουν εξάρτηση», επισημαίνει.

Πότε τα υπνωτικά μπορεί να γίνουν επικίνδυνα;

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι ευπαθείς ομάδες και τα άτομα που αντιμετωπίζουν παράλληλα άλλα προβλήματα υγείας.

Στους ηλικιωμένους, για παράδειγμα, η λήψη υπνωτικών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ζάλης, πτώσεων, καταγμάτων, σύγχυσης και διαταραχών μνήμης. Αντίστοιχα, σε ανθρώπους με υπνική άπνοια, η κατασταλτική δράση των φαρμάκων μπορεί να επιδεινώσει την αναπνευστική λειτουργία κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Ένας ακόμη σημαντικός κίνδυνος αφορά τον συνδυασμό τους με το αλκοόλ.

«Ο συνδυασμός υπνωτικών με αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνη καταστολή και αναπνευστική επιβάρυνση», προειδοποιεί ο ψυχίατρος.

Ανάλογη προσοχή απαιτείται όταν κάποιος λαμβάνει ταυτόχρονα οπιοειδή αναλγητικά ή άλλα κατασταλτικά φάρμακα. Γι' αυτό, η επιλογή υπνωτικού πρέπει να γίνεται αφού αξιολογηθούν προσεκτικά το ιατρικό ιστορικό, η ηλικία και η υπόλοιπη φαρμακευτική αγωγή του ασθενούς.

Μελατονίνη και αντιισταμινικά: Είναι τόσο αθώα όσο νομίζουμε;

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, προκειμένου να αποφύγουν τα συνταγογραφούμενα υπνωτικά, στρέφονται σε σκευάσματα που μπορούν να προμηθευτούν χωρίς συνταγή.

Το γεγονός όμως ότι κάτι πωλείται ελεύθερα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι ακίνδυνο.

«Αρχικά θεωρώ εσφαλμένη την πεποίθηση ότι επειδή ένα σκεύασμα διατίθεται χωρίς ιατρική συνταγή σημαίνει ότι είναι ακίνδυνο», τονίζει ο κ. Δημητρακόπουλος.

Η μελατονίνη, όπως εξηγεί, διαθέτει σχετικά καλό προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας όταν χρησιμοποιείται βραχυχρόνια. Μπορεί να φανεί χρήσιμη κυρίως σε διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού, όπως το jet lag, αλλά και σε ανθρώπους που εργάζονται με εναλλασσόμενες βάρδιες και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ύπνο. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, στη χρόνια αϋπνία είναι περιορισμένη.

Από την άλλη, τα κατασταλτικά αντιισταμινικά μπορεί να προκαλέσουν υπνηλία την επόμενη ημέρα, ξηροστομία και δυσκολία συγκέντρωσης. Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους είναι πιθανό να εμφανιστεί σύγχυση ή άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.

«Δεν συνιστώνται ως συστηματική θεραπεία της χρόνιας αϋπνίας», διευκρινίζει.

Εξίσου σημαντικό είναι να μη χρησιμοποιούμε τέτοιου είδους σκευάσματα απλώς για να καλύπτουμε προσωρινά ένα πρόβλημα που μπορεί να έχει βαθύτερα αίτια. Πίσω από τις δυσκολίες στον ύπνο ενδέχεται να κρύβεται κάποια αγχώδης διαταραχή, διαταραχή της διάθεσης ή άλλη ιατρική κατάσταση που χρειάζεται αξιολόγηση.

Μπορείς να ξανακοιμηθείς φυσιολογικά χωρίς χάπια;

Η εξάρτηση από ένα υπνωτικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος θα χρειάζεται φαρμακευτική βοήθεια για πάντα.

«Με ιατρική καθοδήγηση και στις περισσότερες περιπτώσεις είναι εφικτή η επιστροφή σε φυσιολογική λειτουργία ύπνου», εξηγεί ο ψυχίατρος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η διακοπή μπορεί να γίνει απότομα και χωρίς επίβλεψη. Όπως επισημαίνει, «η απότομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει παροδική επιδείνωση της αϋπνίας, άγχος ή συμπτώματα στέρησης, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρά».

Η ενδεδειγμένη προσέγγιση περιλαμβάνει τη σταδιακή μείωση της φαρμακευτικής αγωγής, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις που βοηθούν το άτομο να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του στη φυσική διαδικασία του ύπνου. Ιδιαίτερα αποτελεσματική σε αυτή την προσπάθεια είναι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία.

Τι μπορείς να κάνεις αντί να καταφύγεις στα υπνωτικά;

Υπάρχουν αρκετές μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση του ύπνου.

Ο κ. Δημητρακόπουλος αναφέρεται αρχικά στις βασικές αρχές της υγιεινής του ύπνου: τακτική σωματική άσκηση, σταθερή ώρα αφύπνισης, περιορισμός της καφεΐνης και του αλκοόλ, αλλά και λιγότερη έκθεση σε οθόνες και κινητά κατά τις βραδινές ώρες.

Πέρα όμως από αυτές τις καθημερινές συνήθειες, υπάρχουν και πιο εξειδικευμένες, επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία (CBT-I), η οποία αποτελεί θεραπεία πρώτης επιλογής σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.

Η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση βοηθά το άτομο να αλλάξει συμπεριφορές και σκέψεις που συντηρούν την αϋπνία, να αποκτήσει ένα πιο σταθερό πρόγραμμα ύπνου και εγρήγορσης και να περιορίσει την υπερβολική ανησυχία γύρω από τον ύπνο.

Τελικά, πότε αξίζει να πάρεις υπνωτικά;

Το βασικό μήνυμα του ειδικού είναι ότι τα υπνωτικά δεν αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής για την αϋπνία. Προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στη διερεύνηση των υποκείμενων αιτιών της διαταραχής του ύπνου και στην αξιοποίηση των μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων. Όπου χρειάζεται, μπορούν επίσης να εξεταστούν άλλες φαρμακευτικές επιλογές που στοχεύουν στη ρύθμιση του άγχους, της διάθεσης ή άλλων οργανικών προβλημάτων.

«Τα υπνωτικά υπό προϋποθέσεις έχουν τη θέση τους στη θεραπεία, αλλά μόνο όταν υπάρχει σαφής ένδειξη», καταλήγει ο κ. Δημητρακόπουλος.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v