Κόβουν τις μουριές όταν γεράσουν

Καθόμασττε στα μπάζα από την ανακαίνιση της εξαρχειώτικης Μουριάς και μας έρχονται ιδέες αξιοποίησης και επιχειρηματικότητας. 

Κόβουν τις μουριές όταν γεράσουν

Όπου φτωχός και η μοίρα του λέει ο λαός, όπερ σε εθνικό επίπεδο μεθερμηνευόμενον θα πει ότι αν δεν έχεις πλούτο είσαι αναγκασμένος να δώσεις αντιπαροχή εκείνα τα πολιτισμικά σου χαρακτηριστικά που δεν φέρνουν άμεσα χρήμα.    

Κάπως έτσι το κλείσιμο της εξαρχειώτικης Μουριάς έγινε ένα ηχηρό συμβολικό συμβάν για την χρόνια επέλαση του λεγόμενου gentrification, της εκσυγχρονισμένης εξευγενοποίησης δηλαδή των γειτονιών -που είναι ένας ευγενικός όρος για να πει κάποιος «τα αλλάζουμε για να είναι πιο οικονομικά αποδοτικά εν μέσω τουριστοχαμού».

Οι εκατοντάδες ρομαντικοί τύποι που πλημμύρισαν το παλιό καφενείο της οδού Καλλιδρομίου -111 χρόνια μαγαζί, σου λέει ήταν- το έκαναν θέλοντας να δείξουν την αντίθεσή τους σε αυτή την πολιτισμική εισβολή, έστω και αν το συναίσθημα που τους έφερε εκεί ήταν περισσότερο η προσωπική τους ανάμνηση των δικών τους ιστοριών και του δικού του βαλς των χαμένων ονείρων.

Ήταν η Μουριά μια επιτυχημένη επιχείρηση; Με τα περισσότερο από τα κριτήρια που θέτει ο καπιταλισμός, ναι: Είχε σταθερή πελατεία, αναγνωρισιμότητα, έβγαζε κέρδος, αποτελούσε ένα καλό brand. Όμως οι απαιτήσεις από τα ακίνητα σε συγκεκριμένες περιοχές του «παγκόσμιου νότου» έχουν αλλάξει και τα διαφεύγοντα κέρδη είναι εκείνα που κάνουν παιχνίδι και δημιουργούν οικονομικά αποδοτικές πόλεις. Πρόκειται για σκηνικά που στήνονται για να νιώθει ο κόσμος του πλούσιου βορά πως βρίσκεται σε ένα αληθινό και τυποποιημένα καλόγουστο σκηνικό.

Το οξύμωρο είναι ότι όλο και περισσότερο το σκηνικό αυτό δεν συνδέεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τη ζωή των ανθρώπων που ζουν εκεί και των οποίων την εξιδανικευμένη και ρομαντικοποιημένη εμπειρία θέλουν να ζήσουν οι εύποροι επισκέπτες. Έτσι, το «αυθεντικό» -το πραγματικό όνειρο κάθε δυτικού τουρίστα- χάνεται στο επινοημένο κουλέρ λοκάλ που μάλιστα έχει όλο και περισσότερο την αισθητική του επισκέπτη αντί για την τοπική. Δηλαδή ούτε «τσολιαδάκια»-ακόμη χειρότερα.

Αυτό που θα πάρει τη θέση της Μουριάς —και της κάθε Μουριάς— δεν είναι καν ένα γραφικό, φθηνό φολκλόρ, αλλά μια βιομηχανοποιημένη ρέπλικα ενός μαγαζιού που θα μπορούσε να βρίσκεται στο Βερολίνο ή στο Μπρούκλιν. Λίγη πατητή τσιμεντοκονία, γυμνές λάμπες μενού με brunch στα αγγλικά και «flat white» έναντι 5 ευρώ.

Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη σύγχρονη «αισθητική του πλούτου». Ίσως στο άμεσο μέλλον η αυθεντικότητα να αντιστοιχεί στις προσπάθειές μας να τουριστικοποιηθούμε και να αρπάξουμε τα διαφεύγοντα κέρδη. Ίσως το μέλλον να είναι υβριδικού τύπου τοπόσημα (το μισό όπως το αλλάζουμε για να αρέσει και το μισό ως γιαπί -την ώρα που μετασχηματίζεται από αυτό που «ήταν» σε κάτι φρέσκο και ανιστορικό).

Ίσως σε λίγα χρόνια η υπέρτατη τουριστική ατραξιόν να μην είναι ούτε το design, ούτε το ρετρό γιαπί, αλλά η ίδια μας η έξωση. Μπορώ ήδη να το φανταστώ να πουλιέται ως «Authentic Athenian Escape Room». Φανταστείτε: εύποροι ψηφιακοί νομάδες θα πληρώνουν premium εισιτήριο για να κλειστούν σε ένα προσομοιωμένο, καπνισμένο ημιυπόγειο της Νεάπολης ή των Εξαρχείων. Μέσα σε 60 λεπτά θα πρέπει να λύσουν γρίφους του στυλ: πώς να πληρώσουμε τον λογαριασμό του ρεύματος και το ενοίκιο με ελληνικό βασικό μισθό, πριν τους κάνει έξωση το real estate fund. Οι πρώην ιδιοκτήτες του ακινήτου θα δουλεύουν ως ηθοποιοί παριστάνοντας τους άτεγκτους εκπροσώπους του fund που απαιτούν την παραχώρηση του χώρου.

Ευκαιρίες φέρνει η φτώχια, βρε. Αφήστε τη γκρίνια.

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v