Πώς αλλάζει η γεύση μας όσο μεγαλώνουμε;
Γιατί ξαφνικά τρως ελιές, πικρά χόρτα και μπλε τυριά και πίνεις τον καφέ σου χωρίς τρεις κουταλιές ζάχαρη; Τι αλλάζει στους γευστικούς μας κάλυκες μεγαλώνοντας;
Γιατί ξαφνικά τρως ελιές, πικρά χόρτα και μπλε τυριά και πίνεις τον καφέ σου χωρίς τρεις κουταλιές ζάχαρη; Τι αλλάζει στους γευστικούς μας κάλυκες μεγαλώνοντας;
Θυμάσαι τότε που ήσουν μικρός/η και η ιδέα να φας μπρόκολο σου προκαλούσε τον ίδιο τρόμο με την επίσκεψη στον οδοντίατρο; Τότε που οι ελιές ήταν απαίσιες, ο σκέτος καφές ακατανόητος και το τυρί που μύριζε περίεργα προφανώς χαλασμένο; Και τώρα, μερικές δεκαετίες αργότερα, παραγγέλνεις σαλάτα με ρόκα, αγοράζεις σοκολάτα με 85% κακάο και θεωρείς το ροκφόρ ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού.
Τι συνέβη στο ενδιάμεσο; Άλλαξαν οι γευστικοί σου κάλυκες; Ωρίμασε ο ουρανίσκος σου; Ή μήπως ο εγκέφαλός σου αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να εκτιμήσει την πίκρα της ζωής, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Η επιστήμη έχει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η γλώσσα μας διαθέτει μερικές χιλιάδες γευστικούς κάλυκες, μικροσκοπικές δομές που περιέχουν κύτταρα ικανά να αναγνωρίζουν τις πέντε βασικές γεύσεις: γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό και ουμάμι –εκείνη τη βαθιά, απολαυστική νοστιμιά που συναντάς, για παράδειγμα, στα ώριμα τυριά, στα μανιτάρια και στην παρμεζάνα.
Τα γευστικά αυτά κύτταρα ανανεώνονται διαρκώς, αλλά όσο μεγαλώνουμε η λειτουργία τους μπορεί σταδιακά να εξασθενεί. Σε μεγαλύτερες ηλικίες, ο αριθμός τους συχνά μειώνεται, ενώ η ευαισθησία σε κάποιες γεύσεις περιορίζεται. Μια συστηματική ανασκόπηση ερευνών που δημοσιεύτηκε το 2024 διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι άνω των 60 ετών χρειάζονται γενικά μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ορισμένων ουσιών για να αναγνωρίσουν τη γεύση τους, με σημαντικότερες διαφορές στο γλυκό, το αλμυρό και το ουμάμι.
Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές δεν συμβαίνουν σε όλους με τον ίδιο τρόπο, ούτε σημαίνουν ότι μόλις πατήσεις τα 35 αρχίζει να χαλάει το σύστημα. Η φυσιολογική μείωση της γευστικής ευαισθησίας αφορά κυρίως τις μεγαλύτερες ηλικίες. Το γεγονός ότι στα 30 σου ανακαλύπτεις ξαφνικά τη γοητεία του μπρόκολου έχει και άλλες εξηγήσεις.
Από εξελικτικής άποψης, έχουν τους λόγους τους. Η πικρή γεύση λειτουργεί σαν βιολογικός συναγερμός: Πολλές τοξικές ουσίες που συναντώνται στη φύση είναι πικρές, οπότε η αποστροφή προς την πικράδα προσέφερε στους προγόνους μας ένα σημαντικό πλεονέκτημα επιβίωσης. Αν κάτι σου φαινόταν απαίσιο, το έφτυνες και μείωνες τις πιθανότητες να δηλητηριαστείς. Απλό και αποτελεσματικό.
Τα παιδιά μάλιστα είναι συχνά πιο ευαίσθητα σε συγκεκριμένες πικρές ουσίες από τους ενήλικες. Έρευνες έχουν δείξει ότι αυτή η αυξημένη ευαισθησία μεταβάλλεται κατά την εφηβεία, επηρεάζοντας το πώς αντιλαμβανόμαστε τρόφιμα όπως τα πράσινα λαχανικά. Αυτό που σε ένα παιδί μοιάζει αφόρητα πικρό, σε έναν ενήλικα μπορεί να φαίνεται απλώς ευχάριστα έντονο.
Στον αντίποδα, η ιδιαίτερη αγάπη των παιδιών για τα γλυκά έχει κι αυτή την εξελικτική της βάση: Η γλυκιά γεύση αποτελεί ένδειξη τροφής πλούσιας σε ενέργεια, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για έναν οργανισμό που αναπτύσσεται. Καθώς μεγαλώνουμε, αυτή η έντονη προτίμηση συνήθως υποχωρεί. Έτσι εξηγείται γιατί κάποτε θεωρούσες απολύτως λογικό να βάζεις τρεις κουταλιές ζάχαρη στον καφέ σου, ενώ σήμερα ακόμα και η μισή σου φαίνεται υπερβολή.
Υπάρχει ένα φαινόμενο στην ψυχολογία που ονομάζεται mere exposure effect, ή αλλιώς επίδραση της απλής έκθεσης, και εξηγεί πως όσο περισσότερο ερχόμαστε σε επαφή με κάτι, τόσο πιθανότερο είναι να αρχίσει να μας αρέσει. Αυτό ισχύει για τη μουσική, για τους ανθρώπους που συναντάμε και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, για το φαγητό.
Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι δοκιμάζεις για πρώτη φορά ένα μπλε τυρί. Η έντονη μυρωδιά του και η ασυνήθιστη γεύση του ξενίζουν τον εγκέφαλό σου, που το αντιμετωπίζει με καχυποψία. Το ξαναδοκιμάζεις, όμως, σε μια ωραία σαλάτα. Μετά με λίγο μέλι και καρύδια. Μετά σε ένα εστιατόριο όπου περνάς υπέροχα. Σιγά σιγά, ο εγκέφαλός σου αποκτά θετικές συσχετίσεις με τη συγκεκριμένη γεύση, τη θεωρεί πιο οικεία και ενδεχομένως αρχίζει να την απολαμβάνει.
Δεν λειτουργεί αυτόματα με κάθε τρόφιμο –μπορείς να δοκιμάσεις κάτι είκοσι φορές και να εξακολουθείς να το απεχθάνεσαι– αλλά η επαναλαμβανόμενη έκθεση είναι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς με τους οποίους διαμορφώνονται οι διατροφικές μας προτιμήσεις.
Ο καφές είναι ίσως το ωραιότερο παράδειγμα γεύσης που μαθαίνουμε να αγαπάμε. Η καφεΐνη είναι πικρή, και η πικράδα, όπως είπαμε, δεν είναι κάτι που ο ανθρώπινος εγκέφαλος υποδέχεται με ενθουσιασμό.
Ο καφές όμως έχει ένα επιπλέον πλεονέκτημα: Προκαλεί μια ευχάριστη, για πολλούς ανθρώπους, αίσθηση εγρήγορσης. Έτσι, ο εγκέφαλος αρχίζει να συνδέει τη γεύση του με τα αποτελέσματα της καφεΐνης, αλλά και με ολόκληρη την εμπειρία που τη συνοδεύει. Το πρωινό ξύπνημα, το διάλειμμα από τη δουλειά, την κουβέντα με φίλους, την πρώτη γουλιά που σηματοδοτεί την έναρξη της ημέρας.
Μάλιστα, έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2021 στο Scientific Reports διαπίστωσε ότι οι γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με την απόκριση του οργανισμού στην καφεΐνη συνδέονται με την προτίμηση στον σκέτο καφέ περισσότερο απ' ό,τι οι γενετικοί παράγοντες που επηρεάζουν την αντίληψη της πικρής γεύσης.
Υπάρχει και ένας ακόμα πρωταγωνιστής σε αυτή την ιστορία, τον οποίο συνήθως ξεχνάμε: η όσφρηση. Αυτό που καθημερινά ονομάζουμε γεύση είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός γεύσης, μυρωδιάς, υφής και θερμοκρασίας. Γι' αυτό και όταν είσαι κρυωμένος/η και η μύτη σου είναι βουλωμένη, όλα τα φαγητά μοιάζουν λίγο πολύ ίδια.
Με το πέρασμα του χρόνου μπορεί να μειωθεί και η οσφρητική μας ευαισθησία, γεγονός που επηρεάζει το πώς αντιλαμβανόμαστε τα αρώματα των τροφών. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες και μπορεί να κάνει κάποια φαγητά να φαίνονται λιγότερο έντονα ή ενδιαφέροντα.
Βέβαια, αν παρατηρήσεις ξαφνική ή μεγάλη αλλαγή στη γεύση ή την όσφρησή σου, μην τη χρεώσεις αυτομάτως στα χρόνια που περνούν. Ιώσεις (θυμάσαι τον κορωνοϊό;), φάρμακα, προβλήματα στο στόμα και διάφορες παθήσεις μπορεί επίσης να ευθύνονται, οπότε μια απότομη αλλαγή που επιμένει χρειάζεται ιατρική διερεύνηση.