Αλκοτέστ: Τι μπορώ να κάνω για να μειώσω το αλκοόλ στο αίμα μου;
Το αλκοόλ και η οδήγηση συνοδεύονται από πολλούς μύθους. Τι ισχύει πραγματικά για το αλκοτέστ και τη μείωση του αλκοόλ στο αίμα;
Το αλκοόλ και η οδήγηση συνοδεύονται από πολλούς μύθους. Τι ισχύει πραγματικά για το αλκοτέστ και τη μείωση του αλκοόλ στο αίμα;
Disclaimer:
Ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο. Δεν πίνουμε και δεν οδηγούμε. Ποτέ. Το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί οδηγό αποφυγής ελέγχων ούτε «κόλπο» για να περάσει κάποιος αλκοτέστ.
Στόχος του είναι η σωστή ενημέρωση και η κατάρριψη διαδεδομένων μύθων γύρω από το αλκοόλ και την οδήγηση. Αν έχεις καταναλώσει αλκοόλ, η μόνη υπεύθυνη επιλογή είναι να μη βρεθείς πίσω από το τιμόνι. Πάρε ταξί ή λεωφορείο.
Το αλκοτέστ δεν ελέγχει αν κάποιος «φαίνεται» μεθυσμένος ή αν αισθάνεται καλά. Μετρά τη συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα, μέσω της ποσότητας που αποβάλλεται με την εκπνοή. Η τιμή αυτή αντανακλά το αλκοόλ που έχει ήδη απορροφηθεί από τον οργανισμό και κυκλοφορεί στο αίμα. Δεν επηρεάζεται από τη διάθεση, την εγρήγορση ή το πόσο έμπειρος οδηγός θεωρεί κανείς ότι είναι.
Η πιο ειλικρινής απάντηση στο ερώτημα «πώς μειώνεται το αλκοόλ στο αίμα» είναι απλή και απογοητευτική για πολλούς: μόνο με τον χρόνο. Ο ανθρώπινος οργανισμός μεταβολίζει το αλκοόλ με σχετικά σταθερό ρυθμό, κυρίως μέσω του ήπατος. Κατά μέσο όρο, χρειάζεται περίπου μία ώρα για να μεταβολιστεί η ποσότητα αλκοόλ ενός ποτού, αν και αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο ανάλογα με το φύλο, το βάρος, την ηλικία και τη γενικότερη υγεία.
Δεν υπάρχει τρόπος να επιταχυνθεί ουσιαστικά αυτή η διαδικασία. Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, το αλκοόλ θα φύγει από το αίμα μόνο όταν ο οργανισμός προλάβει να το μεταβολίσει.
Το αλκοόλ (αιθανόλη) μεταβολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ήπαρ μέσω συγκεκριμένων ενζύμων, κυρίως της αλκοολικής αφυδρογονάσης (ADH) και της αλδεϋδικής αφυδρογονάσης (ALDH).
Αυτή η διαδικασία έχει ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό: ακολουθεί κινητική μηδενικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι ο οργανισμός μεταβολίζει σταθερή ποσότητα αλκοόλ ανά μονάδα χρόνου, ανεξάρτητα από το πόσο αλκοόλ υπάρχει στο αίμα.
Ο μέσος ρυθμός αποβολής είναι περίπου 0,10–0,15‰ ανά ώρα (με διακυμάνσεις ανά άτομο). Αυτός ο ρυθμός δεν αυξάνεται με εξωτερικούς παράγοντες και δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τροφή ή ενυδάτωση.
Παρά τις επίμονες φήμες, ούτε ο καφές, ούτε το κρύο ντους, ούτε τα ενεργειακά ποτά μειώνουν το αλκοόλ στο αίμα. Το ίδιο ισχύει για τσίχλες, καραμέλες, στοματικά διαλύματα, λεμόνια ή άλλες «παραδοσιακές» λύσεις που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Όλα αυτά μπορεί να δώσουν μια ψευδαίσθηση εγρήγορσης ή φρεσκάδας, αλλά δεν αλλάζουν καθόλου τη συγκέντρωση αλκοόλ που θα καταγράψει ένα αλκοτέστ.
Ακόμη και η έντονη σωματική δραστηριότητα δεν αποτελεί λύση. Η εφίδρωση ή η κούραση δεν σημαίνουν ότι το αλκοόλ αποβάλλεται γρηγορότερα. Το σώμα ακολουθεί τον δικό του ρυθμό, ανεξάρτητα από τις προσπάθειες της τελευταίας στιγμής.
Αν μιλάμε για υπεύθυνη κατανάλωση και όχι για οδήγηση, υπάρχουν παράγοντες που επηρεάζουν το πώς απορροφάται το αλκοόλ. Η κατανάλωση φαγητού πριν ή κατά τη διάρκεια του ποτού επιβραδύνει την απορρόφηση, ενώ η καλή ενυδάτωση βοηθά τον οργανισμό να διαχειριστεί καλύτερα τις επιπτώσεις της μέθης. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, το αλκοόλ καταλήγει στο αίμα και χρειάζεται χρόνο για να απομακρυνθεί.
Το αίσθημα ότι «είμαι καλά» δεν αποτελεί αξιόπιστο κριτήριο. Το αλκοόλ επηρεάζει την κρίση, τα αντανακλαστικά και τον χρόνο αντίδρασης πολύ πριν γίνουν αντιληπτά τα έντονα συμπτώματα μέθης. Αν έχει προηγηθεί κατανάλωση αλκοόλ, η σωστή απόφαση είναι να μην οδηγήσεις και να επιλέξεις εναλλακτικό τρόπο μετακίνησης ή να παραμείνεις εκεί που βρίσκεσαι.