Τι ακριβώς παθαίνουμε κάθε Κυριακή βράδυ;

Τι είναι η «Κυριακίλα», γιατί σε πιάνει από μελαγχολία μέχρι τρόμος μπροστά στην εβδομάδα που ξεκινά, και πώς παλεύεται αυτό;

Τι ακριβώς παθαίνουμε κάθε Κυριακή βράδυ;

Θα το βγάλουμε από τη μέση εξαρχής, να ξεμπερδεύουμε: Αν αυτό που νιώθεις κάθε Κυριακή βράδυ πλησιάζει τα όρια της απελπισίας, θα πει ότι η δουλειά/ καθημερινότητα/ ζωή που κάνεις τις καθημερινές δεν σου αρέσει.

Επειδή βέβαια, για να είμαστε ρεαλιστές, δεν είναι και ακριβώς εύκολο να αλλάξεις ζωή, πάμε να δούμε τι ακριβώς είναι η περιλάλητη «Κυριακίλα» και πώς μπορείς να την παλέψεις όσο καλύτερα γίνεται.

Η κυριακάτικη μελαγχολία έχει και όνομα… διεθνές

Sunday Scaries τη λένε στα αγγλικά, κι αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στη φράση «είναι έξι το απόγευμα της Κυριακής και ξαφνικά αισθάνομαι ότι κάτι πολύ κακό πρόκειται να συμβεί», συγχαρητήρια, μόλις μπήκες σε μια τεράστια λέσχη ανθρώπων που περνούν το ίδιο.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για επίσημη ψυχολογική διάγνωση, είναι απλά ένας χαριτωμένος όρος για ένα καθόλου χαριτωμένο συναίσθημα: εκείνο το μείγμα ανησυχίας, μελαγχολίας, εκνευρισμού και απροθυμίας που εμφανίζεται όσο πλησιάζει το τέλος του Σαββατοκύριακου και αρχίζεις να σκέφτεσαι όλα όσα σε περιμένουν τη Δευτέρα.

Άλλους τους πιάνει αργά το βράδυ, άλλους ήδη από το μεσημεριανό τραπέζι, όταν τους χτυπάει κατακούτελα η σκέψη «αύριο έχω εκείνο το meeting». Και κάπως έτσι, πριν το καταλάβεις, η μισή Κυριακή σου έχει μετατραπεί σε πρόλογο της Δευτέρας.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Γιατί υπάρχει κάτι που στην ψυχολογία λέγεται προσδοκώμενο ή anticipatory anxiety: Το άγχος για κάτι που πρόκειται να συμβεί.

Ο εγκέφαλος, βλέπεις, έχει το ακαταμάχητο (νοτ) ταλέντο να ζει στο μέλλον. Δεν χρειάζεται να είσαι ήδη στο γραφείο, μπροστά σε σαράντα αδιάβαστα mail και μια λίστα υποχρεώσεων μήκους Τολστόι για να στρεσαριστείς. Αρκεί να τα φανταστείς.

Και επειδή το βράδυ της Κυριακής βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στον σχετικά ελεύθερο χρόνο και στην επιστροφή στις υποχρεώσεις, λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι το Σαββατοκύριακο τελειώνει.

Είναι, αν θέλεις, ένα μικρό εβδομαδιαίο τέλος εποχής: πριν από λίγες ώρες αποφάσιζες τι ώρα θα ξυπνήσεις και πού θα πας για καφέ, και τώρα ξαναμπαίνουν στο κάδρο ξυπνητήρια, μετακινήσεις, προθεσμίες, άνθρωποι που χρειάζονται πράγματα από σένα και η διαρκής αίσθηση ότι πρέπει να βρίσκεσαι σε συγκεκριμένο μέρος συγκεκριμένη ώρα.

Παίζει ρόλο και το πώς πέρασε το Σαββατοκύριακό σου

Υπάρχει κι ένα ύπουλο παράδοξο εδώ: Η μελαγχολία είναι χειρότερη όταν το Σαββατοκύριακο δεν ήταν όσο ξεκούραστο ή όσο «γεμάτο» θα ήθελες.

Αν πέρασες δύο μέρες κάνοντας δουλειές, τρέχοντας σε υποχρεώσεις ή χαζεύοντας αποχαυνωμένος/η στο κινητό χωρίς να κάνεις τίποτα από όσα ήθελες πραγματικά, το βράδυ της Κυριακής έρχεται με μια έξτρα δόση απογοήτευσης. «Αυτό ήταν; Τελείωσε;»

Στον αντίποδα, μπορεί να μελαγχολήσεις το ίδιο και χειρότερα αν πέρασες τέλεια, γιατί τώρα καλείσαι να αφήσεις πίσω κάτι ευχάριστο. Με λίγα λόγια, η Κυριακίλα είναι ευέλικτη. Βρίσκει τρόπο.

Και βέβαια, δεν βοηθά καθόλου το κλασικό σαββατοκυριακάτικο ξεχείλωμα του ωραρίου. Ξενύχτι Παρασκευή, ύπνος μέχρι το μεσημέρι Σάββατο, άλλο ένα ξενύχτι, και ξαφνικά Κυριακή βράδυ ο οργανισμός σου καλείται να θυμηθεί ότι αύριο πρέπει να ξυπνήσει στις 7.00. Σαν jet lag χωρίς το ταξίδι.

Και πώς παλεύεται;

Πρώτα απ’ όλα, προσπάθησε να μην χαρίσεις ολόκληρη την Κυριακή στη Δευτέρα. Το να ξεκινάς από τις 16.00 το απόγευμα να οργανώνεις τσάντες, mail, ρούχα, φαγητά και εκκρεμότητες μπορεί να σε κάνει να αισθάνεσαι ότι η εργάσιμη εβδομάδα ξεκίνησε ήδη.

Κάνε ό,τι χρειάζεται για να είναι λίγο ευκολότερο το πρωινό σου, αλλά βάλε ένα όριο. Δέκα ή είκοσι λεπτά προετοιμασίας είναι άλλο πράγμα από το να μετατρέψεις την Κυριακή σε άτυπη πρώτη εργάσιμη ημέρα.

Βοηθά επίσης να έχεις κάτι μικρό που να περιμένεις μέσα στην εβδομάδα. Όχι διακοπές στις Μαλδίβες, ας είμαστε σοβαροί. Ένα σινεμά την Τρίτη, φαγητό με φίλους Τετάρτη, μια βόλτα μετά τη δουλειά, μια σειρά που κρατάς για τα βράδια που θα επιστρέφεις. Όταν η εβδομάδα δεν μοιάζει με έναν συμπαγή όγκο υποχρεώσεων μέχρι την Παρασκευή, γίνεται λίγο λιγότερο τρομακτική.

Και, όσο βαρετό κι αν ακούγεται, βοηθά πολύ να μην καταστρέφεις εντελώς τον ύπνο σου το Σαββατοκύριακο. Δεν χρειάζεται να βάζεις ξυπνητήρι στις 7.00 Κυριακάτικα σαν να έχεις μαλώσει με τη ζωή. Αλλά όσο μικρότερη είναι η απόσταση ανάμεσα στο καθημερινό και στο σαββατοκυριακάτικο ωράριο, τόσο λιγότερο βίαιη θα μοιάζει η μετάβαση.

Το σημαντικότερο όμως είναι να παρατηρήσεις τι ακριβώς φοβάσαι όταν έρχεται η Κυριακή το βράδυ. Είναι η δουλειά συγκεκριμένα; Ένας άνθρωπος εκεί; Ο φόρτος; Η μετακίνηση; Η αίσθηση ότι δεν έχεις χρόνο για τίποτα άλλο; Ή μήπως απλώς δυσκολεύεσαι με τις μεταβάσεις και σε στρεσάρει κάθε επιστροφή στη ρουτίνα;

Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «μου τη σπάει που τελείωσε το Σαββατοκύριακο», που είναι ανθρώπινο και μάλλον αναπόφευκτο, και στο να περνάς κάθε Κυριακή με σφίξιμο στο στομάχι, αϋπνία ή πραγματικό τρόμο για το επόμενο πρωί.

Στη δεύτερη περίπτωση, η κυριακάτικη μελαγχολία μπορεί να είναι απλά ο αγγελιοφόρος. Και όσο αντιπαθητικός κι αν είναι ο αγγελιοφόρος, ίσως αξίζει να ακούσεις τι προσπαθεί να σου πει.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v