Αρκετά πια με αυτούς που μετατρέπουν κάθε παραλία σε beach bar

Υπάρχουν παραλίες ήρεμες, χαλαρές. Μέχρι που σκάει μια μεγάλη παρέα η οποία αποφάσισε πως κάτι πρέπει να αλλάξει σε αυτό.

Αρκετά πια με αυτούς που μετατρέπουν κάθε παραλία σε beach bar

Είστε μεγάλη παρέα και έρχεστε σε μια ανοργάνωτη, ήρεμη παραλία. Γύρω σας ζευγάρια, οικογένειες και μικρές παρέες λιάζονται, διαβάζουν, χαζεύουν τη θάλασσα, μιλάνε χαμηλόφωνα.

Το μόνο που ακούγεται είναι πλατς πλουτς από τα κύματα, άντε και κανά τζιτζίκι. Ήρθαν εδώ για να ηρεμήσουν, να απολαύσουν το μπάνιο τους ρε παιδί μου. Εσύ πάλι, κοιτάς γύρω σου και σκέφτεσαι: «Πολύ ησυχία, κάτι πρέπει να γίνει».

Και ξεκινά η απόβαση.

Στρώνεις όλη την πραμάτεια σου. Δεκαπέντε ομπρέλες, δύο τέντες, έξι ψυγεία, πέντε τραπέζια, σαράντα πέντε καρεκλάκια, πολυθρόνες, δύο φουσκωτά, τις ρακέτες και ένα ηχείο Bluetooth που παίζει μπιτάκια. Και ύστερα, ξεκινάς την επικοινωνία με τους άλλους.

«ΜΗΤΣΟΟΟΟ, ΦΕΡΕ ΤΑ ΝΕΡΑ».

«ΜΑΡΙΑΑΑΑΑ, ΕΧΩ ΤΙΣ ΜΠΑΝΑΝΕΣ».

«ΡΕ ΓΙΩΡΓΟ, ΩΡΑΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ Ε;!»

Ναι, το ξέρουμε όλοι πλέον ότι ωραία είναι εδώ. Το μάθαμε ταυτόχρονα εμείς, η διπλανή παραλία και πιθανότατα ένα καΐκι στα ανοιχτά.

Σε δέκα λεπτά ξέρω επίσης πού θα φάτε το βράδυ, ποιος τσακώθηκε με ποιον πέρσι στην Αίγινα, τι ώρα ξύπνησε ο Κώστας, ότι η Μαρία δεν ήθελε να έρθει εξαρχής, ότι ο μικρός έφαγε δύο τυρόπιτες πριν μπει στη θάλασσα και ότι ΝΑΙ, ΚΟΛΥΜΠΑΕΙ ΦΑΓΩΜΕΝΟΣ, το έχεις ρωτήσει ήδη πέντε φορές ουρλιάζοντας.

Τα παιδιά ουρλιάζουν, οι μεγάλοι ουρλιάζουν για να ακουστούν πάνω από τα παιδιά, το ηχείο βαράει τσίτα, κάποιοι από την παρέα ξεκινούν να παίζουν ρακέτες και κάπου παραδίπλα κάποιοι άλλοι βρίσκονται στα πρόθυρα πονοκεφάλου και βλαστημούν την ώρα και τη στιγμή που η ήσυχη παραλία μεταμορφώθηκε σε μπητσόμπαρο με Ελληναράδες.

Και δεν είναι ότι μιλάς. Ούτε ότι γελάς. Παραλία είναι, δεν είναι βιβλιοθήκη.

Είναι αυτή η άποψη που έχεις ότι από τη στιγμή που εμφανίστηκες με οκτώ άτομα και δεκαπέντε ομπρέλες η ακτογραμμή πέρασε αυτομάτως στην κυριότητά σου. Απλώνεσαι δεξιά, αριστερά, μπροστά, πίσω, στήνεις το θερινό ανάκτορο της οικογένειας και μετατρέπεις μια ήσυχη παραλία σε τσίρκο.

Και κάθομαι εγώ δίπλα, που πριν από μία ώρα ήξερα μόνο το όνομά μου, και τώρα ξέρω το πρόγραμμά σου μέχρι την επόμενη Πέμπτη.

Ξέρω πού θα φας. Ξέρω πότε θα φύγεις. Ξέρω ποιος πήρε τις μπύρες. Ξέρω ότι ο Μήτσος ξέχασε τα παγάκια.

Καλέ μου άνθρωπε, μια μικρή χάρη, κάνε τις διακοπές σου. Γέλα, φάε, πιες, παίξε, φώναξε και λίγο, άνθρωπος είσαι στην τελική.

Απλώς θυμήσου ότι στην παραλία υπάρχουν κι άλλοι.

Και ότι το γεγονός πως δεν έχει ξαπλώστρες, beach bar και πορτιέρη δεν σημαίνει ότι πρέπει να την κάνεις τσαρδάκι σου.

Γιατί κάποια στιγμή θα σηκωθεί εκείνος που προσπαθεί να ηρεμήσει δίπλα σου, θα σε κοιτάξει με βλέμμα Ερρίκου Λίτση από το Σπιρτόκουτο και τότε ούτε εγώ, ούτε ο φίλος σου ο Μήτσος, θα μπορούμε να εγγυηθούμε για την ψυχραιμία του.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v