Γιατί δε βρίσκεις με τίποτα τραπέζι στον Λούη στον Κεραμεικό;

Μικρά και νόστιμα πιατάκια, χαλαρό κλίμα, ούζα, τσίπουρα και κρασιά σε ένα καφενείο από τα παλιά, στη γειτονιά του Μεταξουργείου. Φάγαμε, ήπιαμε στον Λούη και μεταδίδουμε.

Γιατί δε βρίσκεις με τίποτα τραπέζι στον Λούη στον Κεραμεικό;

Ο Λούης δεν είναι κάποια νέα άφιξη, ούτε κάποιο μοδάτο γαστροκαφενείο ή γαστρομπιστρό ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων που στήθηκε δήθεν για να μοιάζει παλιό.

Λειτουργεί εδώ και 12 χρόνια στον Κεραμεικό, από τότε που ο Κώστας Κωνσταντινίδης άφησε το φορτηγό και αποφάσισε να αλλάξει ζωή, ανοίγοντας ένα καφενείο εμπνευσμένο από τον ομώνυμο ήρωα του βιβλίου «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά».

Από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, τα τραπεζάκια του γεμίζουν ασταμάτητα. Για ελληνικό καφέ, για ρακή, για μπίρες μετά τη δουλειά, για νόστιμα πιατάκια στη μέση και για κουβέντες σε παρέες που ξεκινούν και τελειωμό δεν έχουν. Στον Λούη μπορεί να έρθεις και μόνος σου. Κανένα θέμα.

Βέβαια, το να βρεις τραπέζι εδώ, ειδικά από το απόγευμα και μετά, είναι μικρό κατόρθωμα. Αν βρεις να κάτσεις χωρίς αναμονή, έχεις να το λες στα εγγόνια σου.

Ο κόσμος του είναι ένα ωραίο και ενδιαφέρον αθηναϊκό ανακάτεμα. Φασαίοι σαραντάρηδες και πενηντάρηδες, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, παρέες που σχολάνε από δουλειά, πιο μικρές ηλικίες που έχουν ανακαλύψει το hype του, αλλά και τύποι που ερχόντουσαν εδώ χρόνια πριν γίνει στέκι. Όλοι οι καλοί χωράνε, ο Λούης δεν κάνει διακρίσεις, ούτε κρατήσεις.

Ο κατάλογος περιλαμβάνει τιμιότατα ορεκτικά, κάποια κρεατικά και ολίγα ψαρικά για να συνοδεύεις τα κρασο-ουζο-τσίπουρά σου.

Εμείς δοκιμάσαμε για ξεκίνημα μια απλή πλην νοστιμότατη πατατοσαλάτα (4,50€) με κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο, ρίγανη και μαϊντανό, πεντανόστιμη παντζαροσαλάτα (5€) με γιαούρτι, μπόλικο σκορδάκι και καρύδια και τη λιβανέζικη, με κόκκινα φασόλια, ρεβύθια, καρότο, κρεμμύδι, καλαμπόκι και πιπεριά Φλωρίνης, λουσμένη σε κρέμα βαλσάμικου (5€). Ίσως από τις ωραιότερες «οσπριάδες» που έχουμε δοκιμάσει έξω.

Στα «κυρίως», το κοτόπουλο απάκι (6€) είναι νοστιμότατο, και το φτιάχνουν με σάλτσα από μουστάρδα, πορτοκάλι, μέλι και λευκό κρασί. Μπομπάτο και έντονο, το αρμένικο σουτζούκι με αυγό από μοσχαρίσιο κρέας του Αβακιάν στρέφει το βλέμμα του στην Μικρασία, ενώ η καπνιστή μπριζόλα (7€) ήταν – δυστυχώς- αρκετά τυποποιημένη και δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μας.

Στα αλκοόλια θα βρεις ό,τι οφείλει να έχει κάθε καφενές που σέβεται εαυτόν. Ρακή, κρασί, μπίρες και πολλές ετικέτες ούζου, με τη ρακή να έχει σχεδόν μόνιμη παρουσία στα τραπέζια αφού ο κόσμος εδώ την λατρεύει. Εμείς τιμήσαμε δεόντως ένα τσίπουρο Αποστολάκη χωρίς γλυκάνισο, στα 9€. Οι τιμές στο χύμα κρασί ξεκινούν από 3€ τα 250ml, ενώ ούζα και τσίπουρα κυμαίνονται στα 9-10€ και οι μπίρες στα 3€ με 4€.

Όπως θα κατάλαβες από τα κόστη, ένας ακόμη λόγος που ο Λούης παραμένει τόσο δημοφιλής είναι ότι, σε μια εποχή που όλα έχουν πάρει την ανηφόρα, έχει κρατήσει τις τιμές του σε λογικά επίπεδα – αν και ελαφρώς αυξημένες σε σχέση με πέρσι, τι να κάνει κι αυτός;

Τα πιατάκια είναι μικρά αλλά χορταστικά, η λογική είναι του μοιράσματος και ο λογαριασμός βγαίνει ανθρώπινος, ειδικά αν σκεφτείς πόσο σπάνιο είναι πλέον να τρως, να πίνεις και να μη σε πιάνει ταχυπαλμία όταν έρχεται η απόδειξη.

Εμείς για όλα τα παραπάνω που είδες δώσαμε 48€ για δύο άτομα και φύγαμε χορτασμένοι και πιωμένοι, αλλά και με 12-15€ το άτομο, μπορείς να φας και να πιείς ωραιότατα, αν επιλέξεις κρασί ή μπίρες.

Ο Λούης είναι πάντα φίσκα γιατί έχει χαρακτήρα, έχει νόστιμο φαγητό, χωρίς να διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, και καλές τιμές.

Γι’ αυτό και δύσκολα βρίσκεις τραπέζι. Γι’ αυτό και θα ξαναπάμε για να δοκιμάσουμε και τα υπόλοιπα πιατάκια του – κι ας περιμένουμε λίγο.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v