Το άγιο σκότος
Πώς... φυτρώνει άραγε το άγιο φώς; Αξίζει το κόστος να το παίρνουμε από την πηγή;
Ομολογώ ότι δεν είχα πάρει χαμπάρι τον αγώνα που δίνει ο Πέτρος Τατσόπουλος κατά των υπερμάχων του Αγίου Φωτός – ξέρετε εκείνου που το βράδυ της Ανάστασης έχουμε έγνοια να μη μας σβήσει επιστρέφοντας στο σπίτι.
Ο γνωστός συγγραφέας που επιτίθεται με πάθος στη δεμένη πάνω στο ελληνικό κράτος πολιτεία με διάφορες ευκαιρίες, επιδεικνύει ιδιαίτερο μένος κατά του Αγίου Φωτός, ίσως και γιατί παίρνει δύναμη από τα σχόλια μίσους που του απευθύνουν με αυτή την ευκαιρία οι θρήσκοι ακόλουθοί του στα social media.
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι πριν κάποια χρόνια είχα την ιστορία του Αγίου Φωτός λίγο πολύ όπως και τα «θαύματα» - δηλαδή ως μια πολιτισμική παράδοση που, φυσικά, δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα αλλά με την θρησκευτική μυθοπλασία. Το φως που εντός του Πανάγιου Τάφου ανάβει ως δια μαγείας δεν με έπεισε ποτέ – μάλλον όμως δεν είμαι και τέτοιος άνθρωπος, οπότε μην απογοητεύεστε οι πιστοί.
Παρόλα αυτά ήμουν μάλλον θετικά διακείμενος απέναντι στη συγκεκριμένη παράδοση που έκανε το Άγιο Φως «πολύτιμο» και είχαμε και αυτή την οικογενειακή επιδίωξη να το διατηρήσουμε ζωντανό που λέγαμε και πιο πάνω. Το ίδιο θετικός θα ήμουν βέβαια αν μας είχε -για παράδειγμα- κληροδοτηθεί η υποχρέωση να επιστρέφουμε από την εκκλησία με κουτσό ή μιλώντας μόνο με -ι- ή ξέρωγω κάνοντας γκριμάτσες.
Ψάχνοντας διαδικτυακά βρήκα ότι η όλη ιστορία της αυθημερόν μεταφοράς του φωτός ξεκίνησε το 1988 από έναν θρήσκο ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού γραφείου. Τέθηκε υπό την αιγίδα (και το πορτοφόλι) του ελληνικού κράτους μόλις το 2001 με πρωτοβουλία του τότε υφυπουργού Εσωτερικών, Γιάννη Μαγκριώτη. Σταδιακά λοιπόν η μεταφορά κανονίστηκε να γίνεται με κυβερνητικό ή στρατιωτικό αεροσκάφος, ενώ προστέθηκε άγημα υποδοχής της… λαμπάδας με το φως, το οποίο απολαμβάνει πια τιμές αρχηγού κράτους.
Εκείνο λοιπόν που άλλαξε την άποψή μου για το Άγιο Φως ήταν η συζήτηση για το κόστος που έχει όλο αυτό το πατιρντί για τους φορολογούμενους. Κατά μία (υπερβολική) πηγή αυτό κοστίζει κάποια εκατομμύρια, κατά άλλους κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ – δεν έχει τόση σημασία όμως, αφού το ζήτημα τίθεται επί της αρχής.
Γιατί, εδώ που τα λέμε, αν δεχτούμε ότι πρόκειται για ένα γνήσιο, θεϊκό θαύμα, τότε μάλλον ο Ύψιστος θα μπορούσε να βρει έναν πιο... θαυματουργό και λιγότερο γραφειοκρατικό τρόπο να το διανείμει στις ενορίες. Το να βάζεις ένα θεωρητικά κοσμικό, ευρωπαϊκό κράτος να σπαταλά δημόσιο χρήμα για κηροζίνη, υπερωρίες πιλότων C-130 και στρατιωτικά αγήματα, προκειμένου να υποδεχτούν ένα φαναράκι θυέλλης σαν να είναι ο Εμανουέλ Μακρόν σε επίσημη επίσκεψη, είναι μάλλον φονταμενταλισμός και κρατικοδίαιτο φολκλόρ.
Ίσως, τελικά, ο κ. Τατσόπουλος να έχει ένα δίκιο να βγαίνει από τα ρούχα του. Όχι γιατί κινδυνεύει η λογική μας από ένα αναμμένο κερί στα Ιεροσόλυμα, αλλά γιατί σε μια χώρα που ψάχνουμε ευρώ-ευρώ τα κονδύλια για να μη γκρεμιστούν τα ταβάνια στα σχολεία και για να διορίσουμε νοσηλευτές στα νοσοκομεία, το να χρηματοδοτεί ο φορολογούμενος -και όχι η ίδια η εκκλησία- τα θαύματα είναι ψηφοθηρική πολυτέλεια.