Εκκωφαντική πτώση
Όπως λέει και μια φίλη, τη μία τα κράζουμε και την άλλη τα βάφουμε μαύρα για την απελπισία τους.
Τα δύο κορίτσια που έπεσαν από τον έκτο όροφο γυρεύοντας να δώσουν τέρμα στη ζωή τους, φέρνουν ξανά στην επιφάνεια όλη αυτή τη συζήτηση για το πόσος καλά ξέρουμε τα πιτσιρίκια που ζουν γύρω μας ή και μέσα στο σπίτι μας. Ίσως επειδή αυτή η γενιά γονιών μοχθεί και αυτοενοχοποιείται καθημερινά για όσα δεν καταφέρνει (ή προλαβαίνει) να κάνει για τα παιδιά της, ίσως επειδή προσπαθεί περισσότερο, να νιώθει λίγο πιο ήσυχη.
Πέρσι που είχε ξεσπάσει ο σάλος με το Adolescence, η συζήτηση είχε πάλι φουντώσει και είχε το ίδιο περιεχόμενο: που από τα ζόρια που περνούν ξέρουμε, ποια θα έπρεπε να ξέρουμε και πόσο ευθυνόμαστε εμείς για τα μπλοκαρίσματά τους; Πολύ, θα πουν οι γονείς. Όμως εδώ το θέμα δεν είναι μόνο των γονιών, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας – γιατί οι νέοι ανήκουν σε αυτή περισσότερο από ό,τι στο σπίτι τους.
Στο άγχος της αποδοχής – μια διαχρονική έγνοια της εφηβείας – έχειο προστεθεί το άγχος της επαγγελματικής αποκατάστασης, της επιτυχίας στις εξετάσεις, της μη επιβάρυνσης του οικογενειακού προϋπολογισμού- το δείχνει καθαρά το σημείωμα της μικρής που πήδηξε στο κενό. Αν προσθέσουμε σε αυτό και την αντιπαλότητα που απευθύνουμε ως κοινωνία στα ανήλικα για τις επιλογές τους (από ρούχα και εμφάνιση μέχρι μουσική και έλλειμμα πολιτικού ενδιαφέροντος) έχουμε ένα εκρηκτικό κοκτέηλ.
Ναι, οι παλιότερες γενιές δεν γίνεται να καταλαβαίνουν πλήρως αυτές που έρχονται, όπως το σήμερα δεν μπορεί να εννοήσει πλήρως το αύριο. Μπορεί όμως να το ακούει χωρίς ενοχές και χωρίς απωθημένα, έτοιμο να ακούσει μια άλλη γλώσσα και έτοιμο να προσπαθήσει να τη μάθει.
Αντί, όμως, να μπούμε σε αυτόν τον κόπο φαίνεται να προτιμάμε το συλλογικό τηλεοπτικό και σοσιαλμιντιακό πένθος και την επόμενη κιόλας μέρα, επιστρέφουμε στον γνωστό, ανελέητο μύλο: στο κυνήγι του βαθμού, στα εξαντλητικά ωράρια των φροντιστηρίων και στην απαίτηση να λειτουργούν τα παιδιά ως μικροί μάνατζερ του εαυτού τους. Οι παιδικότητες που τελειώνουν νωρίς παράγουν «ώριμους» αλλά και «τσακισμένους» ενήλικες.
Νομίζω ότι όσο αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι έχουμε φτιάξει ένα περιβάλλον που δεν αφήνει τον παραμικρό χώρο και χρόνο στην ίδια την εφηβεία να υπάρξει με τα λάθη και τα κενά της, η γλώσσα τους θα παραμένει για εμάς ακατανόητη και άηχη.
Ας το έχουμε και αυτό υπόψη μαζί με τις υπόλοιπες τύψεις μας – μπορεί να βοηθήσει πιο πολύ.