Το μικρό πένθος των πραγμάτων που δεν έγιναν
Δεν θρηνούμε μόνο όσα χάσαμε, αλλά και όσα δεν ζήσαμε ποτέ. Κι αυτό το πένθος είναι πιο ύπουλο από όσο νομίζεις.
Δεν θρηνούμε μόνο όσα χάσαμε, αλλά και όσα δεν ζήσαμε ποτέ. Κι αυτό το πένθος είναι πιο ύπουλο από όσο νομίζεις.
Υπάρχει ένα είδος θλίψης που δεν έχει ακριβώς όνομα. Δεν έχει τελετές, δεν έχει αποχαιρετισμούς, δεν έχει καν χειροπιαστή απώλεια. Κι όμως, σε βρίσκει απροειδοποίητα, σε στιγμές που δεν το περιμένεις: Όταν ακούς ένα τραγούδι που σου θυμίζει έναν άνθρωπο που κάποτε θέλησες αλλά ποτέ δεν είχες, όταν περνάς μπροστά από μια γειτονιά όπου θα μπορούσες να είχες ζήσει, όταν βλέπεις φωτογραφίες από μια πόλη που πάντα ήθελες να πας και ποτέ δεν πήγες.
Είναι το πένθος για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν έγιναν, για τις πιθανότητες που έμειναν πιθανότητες, για τα «ίσως» που ξεχάστηκαν στην αναμονή.
Μπορεί να το συζητάμε σπάνια –ή και ποτέ– ωστόσο όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα μικρό παζλ από παράλληλες εκδοχές του εαυτού μας. Τη δουλειά που δεν δοκιμάσαμε, την πόλη στην οποία δεν μετακομίσαμε, τον άνθρωπο που δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε, το ταξίδι που αναβάλαμε «για αργότερα».
Δεν είναι ότι τα μετανιώνουμε απαραίτητα όλα. Είναι ότι, κάποιες φορές, όταν η ζωή παραγίνεται προβλέψιμη, αυτά τα ματαιωμένα σενάρια βγαίνουν από το χρονοντούλαπο της λήθης για να μας υπενθυμίσουν πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα. Και εκεί ακριβώς γεννιέται αυτό το αδιόρατο, παράξενο πένθος.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εκπληκτικά δημιουργικός όταν πρόκειται για χαμένες πιθανότητες. Δεν θρηνούμε μόνο αυτό που χάσαμε, αλλά και αυτό που φανταστήκαμε πως θα μπορούσε να υπάρξει. Η ψυχολογία το λέει αυτό «counterfactual thinking»: Τη νοητική άσκηση να ξαναγράφουμε το παρελθόν με μικρές αλλαγές και να φανταζόμαστε πώς θα ήταν η ζωή αν είχαμε πάρει άλλες αποφάσεις.
Το περίεργο είναι ότι αυτό το «αν» μπορεί να κουβαλά πιο έντονο συναισθηματικό φορτίο από την πραγματικότητα. Γιατί αυτό που δεν έγινε, δεν έχει ρωγμές, δεν πρόλαβε να φθαρεί, οπότε μένει για πάντα στην ιδανική του μορφή, άφθαρτο, σαν φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ποτέ.
Το μικρό αυτό πένθος δεν αφορά μόνο μεγάλες αποφάσεις. Μπορεί να κρύβεται σε πολύ μικρότερα πράγματα: ένα χόμπι που αφήσαμε, μια φιλία που ατόνησε, μια δημιουργική ιδέα που δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Καμιά φορά, μάλιστα, το κουβαλάμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Εκδηλώνεται σαν μια ανεξήγητη νοσταλγία, μια αίσθηση ότι κάτι λείπει, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε τι ακριβώς είναι αυτό το «κάτι». Και ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η δυσκολία: πώς πενθείς κάτι που δεν έχει συγκεκριμένη μορφή;
Στην εποχή των social media, αυτή η αίσθηση γίνεται πιο έντονη. Βλέπεις άλλους ανθρώπους να ζουν ζωές που μοιάζουν με εκείνες που κάποτε είχες φανταστεί για τον εαυτό σου, κι αυτό μπορεί να πυροδοτήσει ένα αθόρυβο, εσωτερικό «τι θα γινόταν αν».
Όπως πιθανότατα μαντεύεις, μαγική λύση δεν υπάρχει. Όπως με όλα τα πένθη, το να το αναγνωρίσεις είναι ένα πρώτο βήμα. Το να παραδεχτείς ότι νιώθεις λύπη για κάτι που δεν έζησες δεν σε κάνει αχάριστο/η για όσα έχεις. Σε κάνει άνθρωπο. Η νοσταλγία για το ανεκπλήρωτο δεν σημαίνει ότι η ζωή σου είναι λάθος. Σημαίνει ότι έχεις ακόμα φαντασία, επιθυμία, περιέργεια.
Και ίσως, κάπου εκεί, κρύβεται και κάτι παρηγορητικό: όσο υπάρχουν πράγματα που δεν έγιναν, υπάρχουν ακόμα δρόμοι ανοιχτοί, όχι για να διορθώσεις το παρελθόν, αλλά για να πειραματιστείς με το μέλλον.
Αντί να αντιμετωπίζουμε αυτά τα ανεκπλήρωτα σενάρια σαν αποτυχίες, ίσως αξίζει να τα δούμε σαν υπενθύμιση της πολυπλοκότητάς μας. Κάθε τι που δεν έγινε λέει κάτι για το ποιοι ήμασταν τότε, τι φοβόμασταν, τι επιθυμούσαμε. Και ίσως το πιο απελευθερωτικό που μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να κυνηγάμε τις χαμένες εκδοχές μας και να αρχίσουμε να φροντίζουμε αυτή που υπάρχει τώρα. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν είμαστε μόνο το άθροισμα όσων ζήσαμε, αλλά και όσων φανταστήκαμε. Όσο κι αν πονάει κάποιες φορές, είναι και αυτό μια μορφή πλούτου.