Πώς έγινε το burnout λέξη-ομπρέλα για τα πάντα;
Από την εξουθένωση της δουλειάς μέχρι την απλή βαρεμάρα της Τρίτης, το burnout έχει γίνει η πιο βολική διάγνωση της εποχής.
Από την εξουθένωση της δουλειάς μέχρι την απλή βαρεμάρα της Τρίτης, το burnout έχει γίνει η πιο βολική διάγνωση της εποχής.
Κάποτε το burnout ήταν ένας σχετικά συγκεκριμένος όρος. Αφορούσε ανθρώπους που δούλευαν σε επαγγέλματα υψηλής πίεσης, με συναισθηματική εμπλοκή και έντονη ευθύνη: γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς λειτουργούς. Σήμερα, όμως, το ακούμε παντού. «Έπαθα burnout από τη σχολή», «έχω burnout από τα dating apps», «burnout από την παρέα». Η λέξη άνοιξε, φούσκωσε, απλώθηκε. Έγινε κουβέρτα που σκεπάζει κάθε μορφή κόπωσης. Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Ο όρος burnout καθιερώθηκε τη δεκαετία του ’70 από τον ψυχολόγο Herbert Freudenberger για να περιγράψει την επαγγελματική εξουθένωση: Μια κατάσταση χρόνιου εργασιακού στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Αργότερα, η κοινωνική ψυχολόγος Christina Maslach μίλησε για τις τρεις βασικές διαστάσεις του: συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση και μειωμένη αίσθηση αποτελεσματικότητας.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το burnout αναγνωρίζεται ως επαγγελματικό φαινόμενο και όχι ως ιατρική διάγνωση. Αφορά αποκλειστικά το πλαίσιο της εργασίας.
Ωστόσο, στα social media και τον δημόσιο διάλογο, η λέξη διαπερνά τα στενά όρια του γραφείου, για να γίνει hashtag, meme, αστείο σε stand up comedy, και να μετατραπεί από επιστημονικός όρος σε πολιτισμικό στοιχείο μιας γενιάς.
Υπάρχει, βέβαια, βάση σε όλο αυτό: Οι ρυθμοί εργασίας έχουν ενταθεί, τα όρια μεταξύ δουλειάς και προσωπικού χρόνου έχουν θολώσει, η διαρκής διαθεσιμότητα μέσω email και chat μάς κρατά σε ημι-εγρήγορση. Το «σχόλασα» δεν σημαίνει πια και «τελείωσα».
Παράλληλα, η κουλτούρα της απόδοσης μάς μαθαίνει να αξιολογούμε τον εαυτό μας με βάση το πόσο παραγωγικοί είμαστε, κι αυτή η ιδέα τραβηγμένη στα άκρα λέει πως αν κουράζεσαι, μάλλον δεν είσαι αρκετά καλός/η για τη δουλειά.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το burnout λειτουργεί σαν ασπίδα, και σαν συλλογικό αφήγημα. Μια λέξη που λέει: «Δεν είμαι εγώ το πρόβλημα, το σύστημα είναι εξαντλητικό».
Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο όρος αρχίζει να χρησιμοποιείται για τα πάντα. Για την απλή κούραση, για την έλλειψη κινήτρου, για τη βαρεμάρα, για την απογοήτευση, για μια περίοδο θλίψης, για τα υπαρξιακά που μας πιάνουν κατά καιρούς όλους.
Δεν είναι όμως όλα burnout.
Άλλο η κατάθλιψη, άλλο το άγχος, άλλο η υπερκόπωση, άλλο η απογοήτευση από μια σχέση, άλλο η απλή ανάγκη για διακοπές. Όταν τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακί, χάνουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε τι πραγματικά μας συμβαίνει.
Το burnout έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και, κυρίως, συνδέεται με το εργασιακό πλαίσιο. Αν νιώθεις εξαντλημένος/η από τα πάντα, σε όλους τους τομείς της ζωής σου, ίσως δεν είναι burnout. Ίσως είναι κάτι που χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση.
Γιατί όμως μας αρέσει τόσο; Ίσως επειδή το burnout είναι πιο κοινωνικά αποδεκτό από άλλες λέξεις. Είναι πιο εύκολο να πεις «έπαθα burnout» παρά «είμαι θλιμμένος/η» ή «δεν αντέχω άλλο». Έχει έναν αέρα υπερπροσπάθειας: Κάηκα επειδή τα έδωσα όλα στη δουλειά.
Είναι επίσης μια λέξη που μεταφέρει την ευθύνη προς τα έξω. Δεν φταίω εγώ που δεν αντέχω, φταίει η πίεση. Και συχνά, πράγματι, φταίει η πίεση. Αλλά όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Ίσως αυτό που συμβαίνει να είναι και μια ένδειξη ότι πολλές φορές δυσκολευόμαστε να βρούμε τα λόγια να περιγράψουμε την ψυχική μας κατάσταση. Δεν είναι το ίδιο να είσαι κουρασμένος, απογοητευμένος, αδιάφορος, κυνικός, θλιμμένος ή υπερφορτωμένος. Και σίγουρα, δεν είναι όλα αυτά burnout.
Έχεις ακούσει αυτή την οδηγία της σύγχρονης γονεϊκής προσέγγισης, που λέει να ονοματίζεις το συναίσθημα; Όσο new age και αν ακούγεται, έχει λογική βάση, καθότι η γλώσσα είναι πρώτα απ’ όλα εργαλείο κατανόησης. Όσο πιο ακριβώς περιγράφουμε αυτό που βιώνουμε, τόσο πιο πιθανό είναι να βρούμε και τον κατάλληλο τρόπο να το διαχειριστούμε.
Γιατί, όμως, είναι σημαντικό αυτό; Επειδή το burnout δεν είναι μόδα, ούτε δικαιολογία. Είναι ένα πολύ υπαρκτό, πολύ σοβαρό φαινόμενο. Όταν όμως καταλήγει να χρησιμοποιείται για τα πάντα, κινδυνεύει να χάσει το νόημά του. Και μαζί του, χάνουμε κι εμείς την ευκαιρία να καταλάβουμε τι πραγματικά μας καίει.