Γιατί οι άνθρωποι της πόλης ρομαντικοποιούν το χωριό;
Από το «να φύγω να ησυχάσω» μέχρι το «στο χωριό όλα είναι πιο αληθινά», η επαρχία γίνεται συχνά φαντασίωση διαφυγής. Αλλά τι ακριβώς προβάλλουμε πάνω της;
Από το «να φύγω να ησυχάσω» μέχρι το «στο χωριό όλα είναι πιο αληθινά», η επαρχία γίνεται συχνά φαντασίωση διαφυγής. Αλλά τι ακριβώς προβάλλουμε πάνω της;
Κάπου ανάμεσα σε ένα μποτιλιάρισμα, ένα ακόμη mail που ξεκινά με «επείγον» και ένα Σαββατοκύριακο που εξαφανίστηκε χωρίς να το καταλάβεις, γεννιέται η σκέψη: «Να τα παρατήσω όλα και να πάω στο χωριό». Δεν χρειάζεται καν να έχεις χωριό. Αρκεί η ιδέα: Ένα σπίτι με αυλή, ησυχία, καθαρός αέρας, καφές που πίνεται αργά. Το χωριό λειτουργεί –τουλάχιστον στο φαντασιακό μας– σαν αντίδοτο στη ζωή της πόλης. Το ερώτημα είναι αν μιλάμε για πραγματικό τόπο ή για ψυχικό καταφύγιο.
Η πόλη είναι περίπλοκη. Ρόλοι, προγράμματα, επιλογές, ειδοποιήσεις, θόρυβος. Το χωριό, αντίθετα, το φαντάζεσαι σαν σκηνικό απλότητας: λίγα πράγματα, αργοί ρυθμοί, επαναληπτικές μέρες που δεν απαιτούν διαρκή επανεφεύρεση εαυτού. Δεν είναι τυχαίο ότι στη συλλογική μας φαντασία το χωριό είναι απλό, ενώ η πόλη κουραστική.
Αυτό που ρομαντικοποιούμε δεν είναι τόσο ο τόπος, όσο η ιδέα ότι εκεί η ζωή είναι διαχειρίσιμη. Ότι ξέρεις τι σε περιμένει. Ότι δεν χρειάζεται να είσαι συνέχεια κάτι. (Spoiler alert: Χρειάζεται, και μάλιστα με έναν τρόπο που γίνεται γρήγορα πολύ πιο κουραστικός από τον αντίστοιχο της πόλης, ακριβώς επειδή δεν έχει εναλλαγές. Αλλά αυτό αν δεν έχεις ζήσει σε χωριό δεν το ξέρεις).
Πολλοί άνθρωποι της πόλης έχουν αναμνήσεις χωριού από καλοκαίρια παιδικά: διακοπές, ελευθερία, γιαγιάδες, μεσημεριανά που τελείωναν αργά. Αυτές οι μνήμες είναι επιλεκτικές. Δεν περιλαμβάνουν τον χειμώνα, τη μοναξιά, τη βαρεμάρα, τις περιορισμένες επιλογές. Το χωριό γίνεται σύμβολο μιας ηλικίας χωρίς ευθύνες, όχι μιας πραγματικής καθημερινότητας.
Ακόμα κι όσοι δεν μεγάλωσαν ποτέ σε χωριό, κληρονομούν αυτή τη νοσταλγία πολιτισμικά, επειδή είναι χαραγμένη στο συλλογικό μας φαντασιακό. Από αφηγήσεις, από παλιές ελληνικές ταινίες, από stories με κότες και ξυλόσομπες. Είναι μια νοσταλγία δανεική, αλλά ισχυρή.
Η σύγχρονη αστική ζωή απαιτεί συνεχή εγρήγορση. Να είσαι παραγωγικός, κοινωνικός, ενημερωμένος, διαθέσιμος. Το χωριό, σε αυτή τη συνθήκη, γίνεται σύμβολο παύσης. Όχι επειδή εκεί δεν υπάρχουν δυσκολίες, αλλά επειδή φανταζόμαστε ότι εκεί δεν χρειάζεται να τρέχεις.
Η ρομαντικοποίηση του χωριού συχνά κορυφώνεται σε περιόδους εξουθένωσης. Όταν η πόλη δεν προσφέρει πια υποσχέσεις εξέλιξης, αλλά μόνο συντήρηση των κεκτημένων και μια διαρκώς αυξανόμενη κούραση, τότε η επαρχία αρχίζει να φαντάζει σαν restart.
Υπάρχει μια διάχυτη ιδέα ότι στο χωριό η ζωή είναι πιο «αληθινή». Ότι οι άνθρωποι είναι πιο ειλικρινείς, οι σχέσεις πιο ουσιαστικές, τα πράγματα πιο γειωμένα. Αυτή η αντίθεση πόλης–χωριού είναι παλιά και απλουστευτική.
Η αλήθεια είναι ότι η αυθεντικότητα δεν κατοικεί σε ταχυδρομικούς κώδικες. Οι μικρές κοινωνίες έχουν ζεστασιά, έχουν όμως και έντονο κοινωνικό έλεγχο, που λίγο ανεξάρτητος άνθρωπος να είσαι, θα αρχίσει να σε πνίγει από τον πρώτο μήνα. Έχουν αλληλεγγύη, αλλά έχουν και δυσκολία να ξεφύγεις από ρόλους. Αυτά σπάνια χωράνε στη ρομαντική αφήγηση.
Στη ρομαντικοποίηση υπάρχει πάντα μια λανθάνουσα έλλειψη. Στην περίπτωσή μας, πάει κάπως ως εξής: Έλλειψη θορύβου, έλλειψη ανταγωνισμού, έλλειψη υπερπληροφόρησης, έλλειψη άγχους. Το χωριό δεν προβάλλεται για αυτό που είναι, αλλά για αυτό που δεν είναι. Δεν είναι γρήγορο, δεν είναι απρόσωπο, δεν είναι αδηφάγο –ή βασικά είναι, αλλά με άλλους τρόπους, που δεν σε απασχολούν επί του παρόντος.
Με αυτή την έννοια, το χωριό γίνεται πολιτική και ψυχολογική δήλωση: Μια φαντασιακή άρνηση ενός τρόπου ζωής που μας πιέζει.
Όσοι τελικά μετακομίζουν από την πόλη στο χωριό συχνά βιώνουν ένα σοκ. Η ησυχία μπορεί να γίνει μοναξιά. Η έλλειψη επιλογών να κάνει τις μέρες να φαίνονται τεράστιες, και όχι με την καλή έννοια. Οι ρυθμοί που φάνταζαν χαλαροί μπορεί να αποδειχθούν άκαμπτοι. Το χωριό δεν είναι σκηνικό διακοπών, είναι σύστημα με δικούς του κανόνες.
Αυτό, βέβαια, δεν ακυρώνει για όλους την επιλογή. Για να λειτουργήσει, όμως, για να μη γυρίσεις πίσω τρέχοντας τον δεύτερο μήνα, χρειάζεται συνειδητή απόφαση, όχι φυγή πανικού.
Όταν ρομαντικοποιούμε το χωριό, μιλάμε λιγότερο για την επαρχία και περισσότερο για την πόλη που ζούμε. Για την ανάγκη μας για απλότητα, σύνδεση, νόημα. Το χωριό γίνεται καθρέφτης των ελλείψεων της αστικής ζωής.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο δεν είναι να φύγουμε όλοι για την επαρχία, αλλά να βρούμε κάποια από αυτά που της αποδίδουμε: πιο αργούς ρυθμούς, λιγότερο θόρυβο, περισσότερη παρουσία. Να φτιάξουμε μικρά «χωριά» μέσα στην πόλη μας. Όχι με αυλές και κότες απαραίτητα, αλλά με χρόνο που δεν μετριέται μόνο σε παραγωγικότητα.
Γιατί στο τέλος, αυτό που πραγματικά ρομαντικοποιούμε δεν είναι το χωριό. Είναι η ιδέα μιας ζωής που μας χωράει.