Λαϊκά κι αθηναϊκά: Η λαϊκή αγορά
Ξεκινάμε την περιήγηση μας στα αθηναϊκά λαϊκά στέκια με πρώτη μας στάση τις λατρεμένες λαϊκές αγορές που ζωντανεύουν τις γειτονιές μας κάθε εβδομάδα.
Ξεκινάμε την περιήγηση μας στα αθηναϊκά λαϊκά στέκια με πρώτη μας στάση τις λατρεμένες λαϊκές αγορές που ζωντανεύουν τις γειτονιές μας κάθε εβδομάδα.
Αν κλείσεις για μια στιγμή τα μάτια, ανάμεσα στην κάπνα του καυσαερίου και τη βοή της Πατησίων ή της Πανεπιστημίου, ίσως μπορέσεις να νιώσεις αυτή η μυρωδιά από φρεσκοκομμένο άνηθο, βρεγμένο χώμα πάνω σε πατάτες Νάξου και εκείνο το γλυκό, ελαφρώς πιπεράτο άρωμα του ώριμου πεπονιού που σκάει μύτη κάποιον Ιούλη ή αντίστοιχα μια αρμαθιά από σφριγηλά μηλαράκια αραδιασμένα στη σειρά δίπλα σε πάγκους με ζαρζαβατικά. Όχι δεν τρελαθήκαμε, ούτε γέμισε με μποστάνια η πρωτεύουσα όμως αποφασίσαμε να βάλουμε στο μικροσκόπιο μας όλα εκείνα τα αγαπημένα αθηναϊκά στέκια που ξεκινάνε πολλά χρόνια πίσω κι αποτελούν μέχρι και σήμερα σημείο κοινωνικής συναναστροφής, ανταλλαγής απόψεων κι αγαθών.
Με αυτή την αίσθηση εγκαινιάζουμε στο in2life.gr, τη νέα μας στήλη «Λαϊκά κι Αθηναϊκά». Ένα ταξίδι στα στέκια που δεν διαφημίζονται με neon επιγραφές, αλλά με το αυθεντικό χαμόγελο του βιοπαλαιστή και τη νοσταλγία μιας Αθήνας η οποία επιμένει να μένει ανθρώπινη και να συναναστρέφεται τον πλησίον της με κλειστές τις οθόνες κινητών και υπολογιστών, απέχοντας από το σπορ των ηλεκτρονικών αγορών και διαδικτυακών ραντεβού. Πρώτη όλων η λαϊκή αγορά που ξεβολεύει πολλούς Αθηναίους κι επισκέπτες εβδομαδιαίως αναγκάζοντάς σου να παρκάρουν κάπου αλλού και σταματώντας προσωρινά τη διέλευση οχημάτων από φορτωμένες με ΙΧ γειτονιές. Παρά την όποια ταλαιπωρία ωστόσο, οι λαϊκές αγορές παραμένουν κοιτίδες συναναστροφής ανθρώπων που γελάνε, κλαίνε, διαμαρτύρονται, τσακώνονται για τις τιμές και κρατούν λίγη λαϊκή σοφία παραπάνω για να τη μοιραστούν με εκείνους που ψάχνουν εναγωνίως να βρουν νοσταλγία, συναίσθημα και ανθρώπινη εμπειρία στην βάρβαρη διαμεσολαβημένη πραγματικότητα.
Ποντάρουμε τα λιγοστά λεφτά μας ότι δεν το είχες σκεφτεί ποτέ καθώς διαλέγεις ντομάτες, αλλά η λαϊκή αγορά στην Ελλάδα έχει τη δική της ληξιαρχική πράξη γέννησης. Βλέπεις, όλα ξεκίνησαν το 1929, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, βλέποντας την ανάγκη να φτάνουν τα προϊόντα απευθείας από το χωράφι στο τραπέζι του Αθηναίου χωρίς τη μεσολάβηση των κερδοσκόπων, ίδρυσε άτυπα τον θεσμό.
Η πρώτη επίσημη λαϊκή αγορά της Αθήνας στήθηκε στην Πλατεία Θησείου. Κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, οι πρώτοι παραγωγοί με τα κάρα τους, τις ψάθινες κοφίνες και τις φωνασκίες τους έστησαν μια υπαίθρια αγορά, μοστράροντας ο καθείς εξ αυτών την περήφανη πραμάτεια του. Ήταν μια επανάσταση για την εποχή. Ο Αθηναίος της μεσοπολεμικής περιόδου, που μέχρι τότε εξαρτιόταν από το μπακάλικο της γειτονιάς ή τους πλανόδιους μανάβηδες, βρήκε ξαφνικά έναν μικρό παράδεισο με αφθονία φρούτων, λαχανικών και λοιπών προϊόντων.
Με τα χρόνια, η λαϊκή έγινε ένα μικρό αυτόνομο σχεδόν κοινωνικό δίκτυο της εποχής. Εκεί ανταλλάσσονταν τα νέα της γειτονιάς, οι πολιτικές εκτιμήσεις και οι συνταγές για το κυριακάτικο τραπέζι. Παρά τις απαγορεύσεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής ή τις προσπάθειες εκμοντερνισμού της αργότερα, ο θεσμός άντεξε γιατί ήταν —και παραμένει— βαθιά ριζωμένος στην ανάγκη μας για επαφή.
Κάθε μέρα της εβδομάδας, η Αθήνα έχει κι έναν διαφορετικό προορισμό για τους θαμώνες και τους λάτρεις των λαϊκών αγορών, για αυτό και ξεχωρίσαμε τις πλέον δημοφιλείς εξ αυτών.
Καλλιδρομίου (Εξάρχεια): Ίσως η πιο εμβληματική λαϊκή της Αθήνας. Κάθε Σάββατο, ο ανηφορικός δρόμος των Εξαρχείων μεταμορφώνεται σε ένα πολύχρωμο σκηνικό. Εδώ θα δεις φοιτητές, καλλιτέχνες και παλιούς κατοίκους να σμίγουν. Μετά τα ψώνια, το ραντεβού δίνεται στους καφενέδες, τα ουζερί και τα ταβερνάκια στα πέριξ της για τσίπουρο και μεζέ. Είναι η λαϊκή της κουλτούρας και της μποέμ διάθεσης.
Ξενοκράτους (Κολωνάκι): Πάμε τώρα σε μια πιο σικ εκδοχή του θεσμού. Εδώ οι πάγκοι μοιάζουν με βιτρίνες μοντέρνου παντοπωλείου και οι κυρίες της περιοχής διαλέγουν τα άνθη τους με την ίδια σπουδή που θα επέλεγαν ένα φόρεμα.
Πανόρμου (Αμπελόκηποι): Μια βουή που δεν σταματά ποτέ. Είναι η λαϊκή της εργατιάς, των υπαλλήλων και των ανθρώπων που τρέχουν να προλάβουν, αλλά πάντα θα σταματήσουν για να πειράξουν τον παραγωγό από την Κόρινθο ή τη Θήβα.
Πειραιάς (Πέτρινα): Εκεί που η θάλασσα συναντά τη γη και καταλήγουν πολλοί από τις άλλοτε φτωχογειτονιές του Πειραιά. Οι μυρωδιές αλλάζουν, η ένταση ανεβαίνει και η πειραιώτικη ντοπιολαλιά δίνει έναν άλλο ρυθμό στο παζάρι.
Σήμερα, που όλα γίνονται με ένα click και οι διάδρομοι των σούπερ μάρκετ μοιάζουν αποστειρωμένοι και κρύοι, η λαϊκή αγορά φαντάζει ως ένα από τα τελευταία οχυρά της ανθρώπινης εμπειρίας και συναναστροφής. Μας λείπει άλλωστε πλέον ολοένα και περισσότερο η προσωπική επαφή όπως αντίστοιχα και η ιεροτελεστία του να διαλέγεις εσύ το φρούτο, να λερώνεις τα χέρια σου, να ακούς τα πειράγματα μεταξύ των πωλητών. Παύεις έστω και προσωρινά να είσαι ένας κωδικός πελάτη και «μεταμορφώνεσαι» σε γείτονα, φίλο, και πάνω απ’ όλα άνθρωπος που θα επιστρέψει την επόμενη εβδομάδα στον ίδιο πάγκο γιατί ο μπάρμπα-Γιάννης έχει τα καλύτερα λάχανα.
Στη νέα μας στήλη, «Λαϊκά κι Αθηναϊκά», θα αναζητήσουμε ακριβώς αυτά τα σημεία. Τα κουτούκια που κρύβονται στις παρυφές των αγορών, τα καφενεία που σερβίρουν ακόμα ελληνικό στη χόβολη, τα μπιλιαρδάδικα που το κρατάνε ακόμα αληθινό συζώντας σε μια πόλη που τρέχει να προλάβει το μέλλον της, ξεχνώντας μερικές φορές το παρελθόν της.