Πώς επιλέγουμε φίλους;

Τι κοινό έχουν οι φίλοι μας, ο μεταβολισμός μας και η τάση προς το αλκοόλ; Η γενετική τα έβαλε στο blender και απέδειξε πως τα γονίδιά μας καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό ποιους θα συμπαθήσουμε και ποιους όχι.
Πώς επιλέγουμε φίλους;
Αντιπάθεια με την πρώτη ματιά. Πολλές φορές το έχουμε βιώσει. Όπως επίσης και το αντίθετο, να συμπαθούμε δηλαδή κάποιον από την πρώτη στιγμή που τον γνωρίζουμε. Αυτό το «ένστικτο» τελικά, σε πολλές περιπτώσεις έχει όνομα, (το εύηχο DRD2 ή CYP2A6) και βρίσκεται στα γονίδιά μας, σύμφωνα με τα ευρήματα νέας επιστημονικής έρευνας.

Με άλλα λόγια, η επιστήμη δίνει στοιχεία για αφανείς γενετικές επιρροές που μπορούν να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι γίνονται φίλοι – κάτι που μπορεί να έχει τεράστια σημασία για τις μελλοντικές επιλογές ζωής. Η μελέτη υποστηρίζει πως άνθρωποι με ορισμένα γονίδια έλκονται μεταξύ τους, ενώ οι «κάτοχοι» άλλου γονιδίου απωθούνται.

Μάλιστα, ένα από τα γονίδια που "φέρνει κοντά" όσους το διαθέτουν σχετίζεται και με την τάση προς αλκοολισμό. «Ζούμε σε έναν ωκεανό γονιδίων», λέει ο επικεφαλής της μελέτης, James Fowler. «Όσα μας συμβαίνουν δεν εξαρτώνται μόνο από τα δικά μας γονίδια, αλλά και από αυτά των φίλων μας», υποστηρίζει.

Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο «Proceedings of the National Academy of Sciences», χρησιμοποίησε δύο μεγάλες βάσεις γονιδιακών δεδομένων για να εντοπίσει σχέσεις και επιρροές μεταξύ δύο γονιδίων και της αντίστοιχης φιλικής σχέσης μεταξύ των κατόχων τους, λαμβάνοντας ασφαλώς υπ’ όψιν τους και εξωτερικούς παράγοντες, όπως η γειτνίαση.

Το πρώτο γονίδιο, το DRD2, εκκρίνει συγκεκριμένες ουσίες, που όταν συμπίπτουν μεταξύ κάποιων ατόμων, αυξάνει αφενός τις πιθανότητες αλκοολισμού και αφετέρου τις πιθανότητες φιλίας μεταξύ τους. Η πιθανότητα να γνωρίστηκαν σε κάποιο bar, λόγω της τάσης τους προς το οινόπνευμα, εξανεμίζονται, καθώς όταν ξεκίνησε η έρευνα, οι συμμετέχοντες ήταν μόλις 14 ετών. Η συσχέτιση, σύμφωνα με τον Fowler, βγάζει νόημα, καθώς «αν είμαι πιο αυθόρμητος, είναι πιθανό να επιλέξω να είμαι φίλος με άλλους που είναι εξίσου αυθόρμητοι», λέει.

Το άλλο γονίδιο που μελέτησαν οι ερευνητές, το οποίο ονομάζεται CYP2A6 και σχετίζεται με τον μεταβολισμό μας αλλά και με τους ανοιχτούς ορίζοντες προς νέες εμπειρίες, παρουσιάζει την αντίθετη τάση. Όσοι το έχουν, επιλέγουν να μην έχουν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.

Αν και μπορεί η δράση των συγκεκριμένων γενετικών παραγόντων να φαίνεται παράδοξη, η εξελικτική θεωρία την βρίσκει λογική. Προηγούμενες μελέτες έδειξαν πως η επιλογή συντρόφου σχετίζεται με την έλξη που νιώθουν μεταξύ τους άνθρωποι με διαφορετικά ανοσολογικά χαρακτηριστικά, ώστε οι απόγονοί τους να συνδυάζουν τα γονίδιά τους και να μπορούν να αντιμετωπίσουν περισσότερες ασθένειες.

«Αυτό ίσως είναι το πρώτο βήμα προς την κατανόηση της βιολογίας της “χημείας”», λέει ο Fowler, και δεν εννοεί την Χημεία που διδασκόμαστε στα σχολεία αλλά αυτή που καθορίζει αν θα συμπαθήσουμε ή όχι έναν άνθρωπο. «Είναι πιθανό να επιλέγουμε φίλους όχι μόνο εξαιτίας κοινωνικών τους χαρακτηριστικών που συνειδητά παρατηρούμε, αλλά και εξαιτίας βιολογικών παραγόντων που προσέχουμε υποσυνείδητα», συμπληρώνει.

Ωστόσο, ο Misha Angrist, από το Ινστιτούτο Γενετικής του Duke University υπογραμμίζει πως δεν πρέπει να υποβαθμίζονται οι συμπεριφορικοί παράγοντες. Η προσωπικότητα και η συμπεριφορά ενός ατόμου θα είναι πάντα πιο σημαντικές από τα γονίδια, όπως υποστηρίζει. Ο Fowler δεν το αγνοεί αυτό, καθώς η προηγούμενη ενασχόλησή του ήταν η μελέτη των δικτύων των διαπροσωπικών σχέσεων μαζί με τον «δικό μας» Νικόλα Χρηστάκη. Μαζί, συνέταξαν την θεωρία της μεταδοτικότητας, όπου για παράδειγμα ένας άνθρωπος με παχύσαρκους φίλους έχει μεγάλες πιθανότητες να πάρει κιλά.

«Είναι σημαντικό να καταλάβουμε όχι μόνο τι συμβαίνει βιολογικά στον άνθρωπο, αλλά και στις ομάδες ανθρώπων», λέει. «Δεν είναι μαζί φύση και ανατροφή: η ανατροφή μας είναι εν μέρει φύση», καταλήγει.
 
Πηγή: Time.com
Επιμέλεια: Γιώργος Κόκουβας
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v