Μεγάλη η ποικιλία στις... ποικιλίες

Πόσες ποικιλίες θα μαντεύατε ότι αριθμεί ο ελληνικός αμπελώνας; Για να βοηθήσουμε, το νούμερο είναι τριψήφιο. Μια βόλτα στους αμπελώνες του κόσμου, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γηγενών ποικιλιών, το αποδεικνύει.
Μεγάλη η ποικιλία στις... ποικιλίες
του Θόδωρου Λέλεκα

Ας το δούμε ιστορικά. Η ιστορία, η προέλευση, η πατρότητα –αν θέλετε– του κρασιού, είναι ένα πολύ πονεμένο ζήτημα. Την διεκδικούμε (προφανώς) εμείς οι Έλληνες, μαζί με πολλά άλλα Μεσογειακά κράτη στα οποία η αρχαιολογική σκαπάνη έχει κατά καιρούς αποκαλύψει αρχαία ευρήματα όπως πατητήρια, κύλικες, αμφορείς, κλπ. Πρόσφατα μάλιστα στο «χορό» μπήκε και η Τουρκία, επικαλούμενη αρχαία μνημεία στην περιοχή της Ανατολίας που την καθιστούν «γενέτειρα» του κρασιού.

Στη σύγχρονη ιστορία του κρασιού, βέβαια, τα πράγματα είναι πιο απλά: εν αρχή ην... η Γαλλία. Στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα, αλλά και με τον τρόπο που «πλασσάρεται» στην αγορά, εκεί ξεκινούν όλα για το κρασί. Έτσι, δεν είναι διόλου περίεργο το γεγονός ότι, μέχρι και τις μέρες μας, πολύς κόσμος ταυτίζει το καλό κρασί με το γαλλικό κρασί, ενώ οι ποικιλίες που ΟΛΟΣ ο οινικός κόσμος αναγνωρίζει, οι λεγόμενες και διεθνείς ή ευγενείς, είναι αυτές που θεωρούνται γηγενείς στον γαλλικό αμπελώνα.

Είναι στη φύση μας

Κάθε γωνιά του πλανήτη έχει τις ιδιαιτερότητές της, όσον αφορά στο φυσικό της περιβάλλον. Το κλίμα, το έδαφος και χίλιοι-δυό άλλοι παράγοντες επιδρούν έτσι ώστε η χλωρίδα και η πανίδα κάθε τόπου να είναι –ως ένα μεγάλο βαθμό– μοναδικές. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην αμπελοκαλιέργεια. Μπορεί το σταφύλι να είναι ένα φυτό (και κατ’ επέκταση ένας καρπός), ωστόσο ο αριθμός των διαφορετικών ποικιλιών στις οποίες συναντάται στη φύση είναι τεράστιος. Κάθε μία από αυτές έχει τα δικά της χρωματικά, αρωματικά και γευστικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, κάποιες από αυτές είναι μόνο για το τραπέζι μας (βρώσιμες), άλλες προορίζονται αποκλειστικά για να φτιάξουμε κρασί (οινοποιήσιμες), ενώ υπάρχουν κι αυτές που μπορούν να παίξουν και τους δύο ρόλους.

Και βέβαια, σε κάθε οικοσύστημα φύονται ποικιλίες σταφυλιού που θεωρούνται γηγενείς, όπως λέμε «ντόπιες». Για να έχουμε μια τάξη μεγέθους στο μυαλό μας, στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί πάνω από 300 γηγενείς οινοποιήσιμες ποικιλίες σταφυλιού –ναι, είναι πολλές, ωστόσο η Πορτογαλία διαθέτει αισθητά περισσότερες. Γενικά, ο αμπελώνας της Ευρώπης –και του ευρύτερου "παλαιού οινικού κόσμου"– διαθέτει τεράστιο αριθμό γηγενών ποικιλιών.
 
Όσο κι αν μπορεί να ακουστεί περίεργο, ακόμα κι ο αμπελώνας της Γερμανίας διαθέτει πάνω από 100, ενώ και σε χώρες όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, κλπ, συναντάμε πολλές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Ξεκαθαρίζω, βέβαια, ότι δεν είναι όλες εμπορικά εκμεταλλεύσιμες –τουλάχιστον αυτή τη στιγμή– κι έτσι μόνο ένα μικρό μέρος από τις γνωστές οινοποιήσιμες ποικιλίες της κάθε χώρας βρίσκουν το δρόμο για την εγχώρια ή τη διεθνή αγορά.

Στις δε χώρες του νέου οινικού κόσμου, όπως οι χώρες της Αμερικάνικης Ηπείρου, η Αυστραλία, η Ν. Ζηλαδία, η Χιλή, η Αργεντινή, κ.α., το κλήμα αποτέλεσε «ξένο» φυτό, που έφτασε στα «εξωτικά» αυτά μέρη αρκετά αργότερα, με κατακτητές, αποίκους, μετανάστες, κλπ. Έτσι, εκεί δεν συναντάμε γηγενείς ποικιλίες σταφυλιού, αλλά «δανεισμένες» από τον παλαιό κόσμο, κάποιες από τις οποίες θεωρούνται πλέον... αγύριστες!

Για ποιες ποικιλίες μιλάμε;

Οι γαλλικές ποικιλίες που έχουν πλέον καθιερωθεί ως διεθνείς είναι οι λευκές Chardonnay, Sauvignon Blanc, Semillon και Riesling, καθώς και οι ερυθρές Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah και Pinot Noir. Εννοείται ότι υπάρχουν πολλές ακόμα αξιόλογες γαλλικές ποικιλίες, ενώ και άλλες χώρες του παλαιού κόσμου έχουν συνεισφέρει ουσιαστικά στη λίστα αυτή, όπως οι Ιταλοί με το Sangiovese και το Nebbiolo, οι Ισπανοί με το Tempranillo, οι Αυστριακοί με το Grüner Veltliner, οι Πορτογάλοι με την Touriga Nacional, και πάει λέγοντας.

Ο ελληνικός αμπελώνας έχει χαρίσει στον κόσμο ποικιλίες με μοναδικά χαρακτηριστικά, οι οποίες δίνουν κρασιά που χαρίζουν απόλαυση, εξελίσσονται στο χρόνο και, κατά κανόνα, είναι ιδιαίτερα ευέλικτες σε ταιριάσματα με γεύσεις των Μεσογειακών –και όχι μόνο– κουζινών. Σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο για την προώθηση του ελληνικού κρασιού στις παγκόσμιες αγορές, οι ποικιλίες-πρεσβευτές του ελληνικού κρασιού είναι το Ασύρτικο της Σαντορίνης, το Μοσχοφίλερο της Μαντινείας, το Ξινόμαυρο της Βόρειας Ελλάδας και το Αγιωργίτικο της Νεμέας. Βεβαίως το βάθος και ο πλούτος του ελληνικού κρασιού αποτυπώνονται και σε πολλές ακόμα εξαιρετικές Ελληνικές ποικιλίες όπως η Ρομπόλα της Κεφαλονιάς, η Βηλάνα της Κρήτης, το Αθήρι της Ρόδου, το Σαββατιανό της Αττικής, η Μαλαγουζιά, το Λημνιό, το Μαυρούδι, κλπ.

Η αγορά τι λέει;

Όπως σε όλα τα πράγματα, έτσι και στο κρασί η αγορά κινείται σε κύκλους. Μέχρι σχετικά πρόσφατα προτιμούσε τις ποικιλίες που ήξερε και είχε συνηθίσει –και με τις οποίες ένιωθε ασφαλής, οπότε τα περισσότερα μπαρ και εστιατόρια ανά τον κόσμο σέρβιραν Chardonnay και Merlot, ενώ η πλειονότητα των οινοποιών του πλανήτη πορευόταν με βάση τα πρότυπα του Μπορντώ, της Βουργουνδίας ή του Ροδανού. Αργότερα ο «οινόφιλος του κόσμου» βαρέθηκε τα τετριμμένα και άρχισε να πειραματίζεται με τις βασικές γηγενείς ποικιλίες κάθε χώρας, φαινόμενο με τεράστια σημασία, καθώς έστρεψε τους περισσότερους οινοποιούς στην παράδοση και την ιστορία του τόπου τους.

Σήμερα έχουμε προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, και αναζητούμε ό,τι πιο μοναδικό, άγνωστο και ιδιαίτερο έχει να δώσει κάθε περιοχή. Για τους... προχωρημένους φίλους του κρασιού, αυτό μεταφράζεται σε άγνωστες ποικιλίες, μικρές παραγωγές, ειδικές εμφιαλώσεις, και πάει λέγοντας. Τι να περιμένουμε για το αύριο; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Ίσως κρασιά που εκφράζουν την επιστροφή στο αμπέλι και τους παραδοσιακούς τρόπους καλλιέργειας και οινοποίησης, τον σεβασμό στο περιβάλλον, την πιστή αποτύπωση της δυναμικής του οικοσυστήματος κάθε περιοχής, αλλά και πολλά άλλα...

Άρα, τι να πιούμε;

Μα, τα πάντα. Όσο μας κατευθύνει η αγορά, άλλο τόσο την κατευθύνουμε και εμείς. Ο φανατικός οινόφιλος είναι «καταδικασμένος» (λέμε τώρα...) να μην πίνει συνέχεια το ίδιο κρασί, να δοκιμάζει, να εκπαιδεύει τα γούστα και την αισθητική του και να αναδιαμορφώνει συνέχεια την άποψή του. Έτσι, η συνύπαρξη (και η σύγκρουση, αν θέλετε) των διαφόρων τάσεων και της τεράστιας ποικιλίας κρασιών στην αγορά, μόνο καλό μπορεί να κάνει σε όποιον έχει ανοιχτούς ορίζοντες και δεν κουράζεται να δοκιμάζει και να μαθαίνει.

Και επειδή η ζωή μας αποτελείται από πολλές και διαφορετικές στιγμές, κάθε μία από τις οποίες συνοδεύεται ιδανικά με διαφορετικό κρασί (ή και κρασιά), μην περιοριστείτε. Όποιος θέλει να «γευτεί» τον ελληνικό αμπελώνα από πρώτο χέρι, ας προσανατολιστεί στις πολλές και υπέροχες ποικιλίες μας, απολαμβάνοντας το κυνήγι της τυπικότητας ανάμεσα σε περιοχές, χρονιές, αλλά και προσπάθειες μικρών και μεγάλων παραγωγών. Από την άλλη, όποιος θέλει να εξερευνήσει την «έκφραση» των διεθνών ποικιλιών μέσα από το πρίσμα των Ελλήνων οινοποιών, δεν έχει παρά να αφεθεί στην ομορφιά ενός Syrah από την Κρήτη ή την Εύβοια, ενός Merlot από την Αρκαδία ή τη Λάρισα, αλλά και ενός Cabernet Sauvignon από την Αχαΐα ή και την Αττική...

Πολλές οι ποικιλίες στα κρασιά που κυκλοφορούν στην αγορά -πολλές όμως και οι αφορμές για να τις δοκιμάσουμε, να τις αξιολογήσουμε και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Γεμίζουμε ποτήρια, λοιπόν, και το ταξίδι ξεκινάει!

Εις υγείαν!...

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v