Σωτήρης Πανουσάκης «Η τέχνη λειτουργεί λυτρωτικά»

Ανάμεσα στους πολύχρωμους καμβάδες του, ο θεσσαλονικιός ζωγράφος μας συστήνει τη νέα του δουλειά που παρουσιάζεται στη γκαλερί CAN.
Σωτήρης Πανουσάκης «Η τέχνη λειτουργεί λυτρωτικά»
της Ιωάννας Γκομούζα

Κατεβαίνεις για ατομική έκθεση στην Αθήνα ξανά μετά από 7 χρόνια. Τι μας φέρνεις;
Έργα ζωγραφικής που δημιουργήθηκαν από το 2006 έως το 2016 - κάποια στέγνωσαν πριν λίγες μέρες. Διάφορες σκέψεις πάνω σ’ αυτό που όλοι γνωρίζουν ως αφηρημένη ζωγραφική και αναπαραστατική ζωγραφική. Αλλά είναι ίσως λάθος να κάνουμε το διαχωρισμό γιατί στην ουσία η έκθεση δείχνει ότι ποτέ δεν είδα αυτό το διαχωρισμό.

Θυμάμαι τις πρώτες σου εκθέσεις στην The apartment με «εικόνες που έπαιρναν τη μορφή πέπλων μπογιάς και χρώματος», αυτές τις χρωματιστές κατακόρυφες πτυχώσεις. Με τα χρόνια όμως από την ήπια αφαίρεση κινείσαι προς μια πιο αποσπασματική παραστατικότητα. Τι σημαίνει αυτή η στροφή / εξέλιξη;
Στην ουσία δεν πρόκειται για μετατόπιση. Υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο το πιάνει κανείς είτε από τη μία του άκρη είτε από την άλλη.

Έζησα στο Λονδίνο την περίοδο 1994-96 και με ενδιέφερε πάρα πολύ η προσπάθεια που έβλεπα να βγει η αφηρημένη ζωγραφική από τις παλιές νόρμες, από τα παλιά νοήματα και από μια εσωστρέφεια. Υπήρχε μια κίνηση για μια αφηρημένη ζωγραφική που δεν μιλούσε για τόσο μεγάλα και σπουδαία ζητήματα και ενσωμάτωσε με κάποιο τρόπο τη γλώσσα και τη διαδικασία. Είχε έναν κυνισμό και κάτι σχεδόν εξω-ζωγραφικό, το οποίο όμως δημιουργούσε πολύ σαγηνευτικές εικόνες, που έρχονταν σε έναν γόνιμο διάλογο και σε μία αντίθεση με τη διαδικασία που τις παρήγαγε. Ένα καλό παράδειγμα είναι το έργο του Μαρκ Φράνσις.

Καθώς περπατούσα το σούρουπο στο Λονδίνο, μου είχαν κάνει εντύπωση οι κουρτίνες στα σπίτια, όπως διαδέχονταν η μία την άλλη. Ήταν πολύχρωμες και δημιουργούσαν ένα φιλτράρισμα, το οποίο μπορεί να έχει σχέση και με κάποιου είδους φαντασίωση – έκρυβαν αυτό που συνέβαινε από πίσω. Ουσιαστικά ήθελα να δημιουργήσω έργα με κάποια διαδικασία πάνω στον καμβά, με μπλοκ και με λωρίδες, που να έχουν αυτή την αναφορά στην κουρτίνα: μια σαγηνευτική εικόνα με πολύ μεγάλη υλικότητα. Μια ποιότητα see-through που πήγαινε πέρα από την επιφάνεια.

Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι η κουρτίνα ουσιαστικά ήταν ένα φίλτρο, μια διαμεσολάβηση. Αργότερα στη δουλειά μου το ρόλο της διαμεσολάβησης έπαιξε το κοίταγμα μέσα από τη φωτογραφική μου μηχανή και η ζωγραφική ενασχόληση με το φως, με τις επιγραφές νέον, με τις αντανακλάσεις από τις μεταλλικές επιφάνειες. Πάντα υπήρχε στο μυαλό μου αυτή η σχέση της δομής, της επιφάνειας που χτίζεται. Ακόμα και σε εικόνες σημερινές, φωτορεαλιστικές. Όταν παίρνεις ως σημείο αναφοράς μια εικόνα πιο περίπλοκη αναπαραστατικά, «αναγκάζεσαι», για να βρεις μια ισορροπία, να είναι πιο κρυφή η διαδικασία ή σχεδόν να εξαφανίζεται.

Ουσιαστικά είχα την ανάγκη να βγω έξω από μια συζήτηση για τη ζωγραφική (φερ’ ειπείν για το τι είναι η επιφάνεια, τι είναι η χειρονομία) και να αναζητήσω άλλου είδους εικόνες να διαχειριστώ.



Στα έργα σου πρωταγωνιστούν λεπτομέρειες από βιτρίνες, εσωτερικά καταστημάτων και χώρων διασκέδασης και κατανάλωσης. Τι σε ελκύει σε αυτές;
Ψάχνω να δημιουργήσω ένα πλαίσιο διαλόγου. Κατ’ αρχάς με την αισθητική του ίδιου του χώρου, την ατμόσφαιρα ενός περιβάλλοντος στο οποίο κινούμαστε για να καταναλώσουμε – αγοράζοντας το μπλουζάκι, τον καφέ, το ποτό μας. Απομονώνω ένα κομμάτι αυτού του χώρου. Ο τρόπος που το απομονώνω έχει να κάνει με την εμπειρία μου ως καλλιτέχνη, με την κουλτούρα μου, με την καταγωγή μου ως αφαιρετικός ζωγράφος. Θέλω μια σαγηνευτική εικόνα, μια εικόνα που θα τραβήξει την προσοχή, θα συγκινήσει. Από εκεί και πέρα παρουσιάζω μια εικόνα αρκετά στεγνή και κυνική με την έννοια ότι κανείς δεν θέλει να πάει τόσο κοντά ή να εστιάσει σε μια γυψοσανίδα, σε μια βίδα ή σε ένα καλώδιο. Αφήνεσαι μέσα σε αυτό το μαγαζί στη φαντασίωσή σου να πιεις το ποτό σου, να χαλαρώσεις. Με όχημα τη ζωγραφική, θέλω να αναγκάσω τον θεατή να «παγώσει» την εικόνα και να δει τι κρύβεται πίσω από αυτή τη φαντασίωση.

Στη δουλειά σου, το πώς φτιάχνεται ο πίνακας εμφανίζεται εξίσου σημαντικό με την ίδια την εικόνα. Ζωγραφίζεις εικόνες που κατ’ αρχάς έχεις φωτογραφίσει. Πες μας για τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις και το ρόλο της φωτογραφίας σε αυτή τη διαδικασία.
Η φωτογραφία είναι πάρα πολύ ουσιαστική, είναι το σημειωματάριό μου. Η φωτογραφία είναι η πρώτη μετάφραση μιας τρισδιάστατης πραγματικότητας σε μια δυσδιάστατη επιφάνεια. Δεν είναι η πραγματικότητα που βιώνει κάποιος. Η δικιά μου εμπειρία στο χώρο με τη φωτογραφία μεταφέρεται σε ένα δεύτερο διαμεσολαβημένο στάδιο. Κάποια πράγματα καίγονται, κάποια χρώματα είναι πιο σκούρα. Φωτογραφίζω λεπτομέρειες και αυτή η εικόνα είναι η πρώτη ύλη για τη ζωγραφική που θα ακολουθήσει. Συνήθως δεν αλλάζω σχεδόν τίποτα από τη φωτογραφία. Απλώς αφιερώνω πολύ χρόνο σε ζουμαρίσματα και στο να την καδράρω.

Στους καμβάδες σου βλέπουμε λέξεις όπως show, escape, fast, social, break, land, οι οποίες αποσπασμένες από το διαφημιστικό τους πλαίσιο και απομονωμένες οπτικά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πολλαπλούς συνειρμούς. Γιατί αποτυπώνεις συγκεκριμένα αυτές τις έννοιες;
Είναι πινακίδες που έχω βρει περπατώντας κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Όλες αυτές οι λέξεις έχουν μια παγκοσμιότητα, έχουν να κάνουν με ζητήματα γενικά και σημαντικά. Ως πινακίδες εύκολα θα τις προσπερνούσες. Εγώ τις καδράρω με ένα τρόπο που να κάνω το θεατή να ξεβολευτεί, να γυρίσει να τις κοιτάξει και να αναρωτηθεί πάνω σ’ αυτό. Η ταμπέλα με το escape για παράδειγμα ανάθεμα κι αν ξέρω τι αφορά. Περπατούσα σ’ έναν πεζόδρομο στην Καλαμαριά και, κοιτάζοντας ψηλά, την είδα να ατενίζει τον ουρανό κρεμασμένη σε μια πολυκατοικία της κακιάς ώρας.

Προσπαθώ να χωρέσω μέσα στη ζωγραφική εικόνα κάτι από τη μεγαλοπρέπεια και τη σαγήνη που είχαν οι εικόνες του Ρόθκο. Ένα άλλο σημείο αναφοράς είναι ο Χόπερ με τις γεωμετρίες του. Ζωγραφίζει την εποχή του, τους ανθρώπους, τα περιβάλλοντα, με έναν διαφορετικό τρόπο πιάνοντας κάτι απίστευτα μελαγχολικό στην ψυχολογία της εικόνας.

Παρ' ότι δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση, με την κρίση, όλο αυτό το υλικό είναι σχεδόν αρχειακό. Πολλά από αυτά τα καταστήματα στα οποία έχω εστιάσει δεν υπάρχουν πια.



Έκανες το μεταπτυχιακό σου στο Λονδίνο, σε μια εποχή (1994-96) και σε μια σχολή, το περίφημο Goldsmiths, που συνδέθηκε με τους Young British Artists. Πώς σε επηρέασαν οι σπουδές σου εκεί;
Ξέρεις, εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια πανσπερμία ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες που ασχολούνταν με τη ζωγραφική. Υπήρχε το neo-abstraction που έδινε μια άλλη πνοή στη ζωγραφική των μεγάλων αφηγημάτων. Οι κατά ένα έτος μεγαλύτεροί μου μεταπτυχιακοί βέβαια, μου συστήνονταν σχεδόν όλοι λέγοντας: «έκανα ζωγραφική, τώρα κάνω κάτι άλλο. Κι εσύ σε λίγο θα αλλάξεις».

Αυτό που είδα και με έχει επηρεάσει σημαντικά είναι ότι δεν υπάρχουν όρια. Κάτι πολύ σημαντικό που βίωσα είναι ότι μπορείς να κάνεις ζωγραφική χωρίς να είσαι ο Ρέμπραντ, φωτογραφία χωρίς να είσαι ο Τζεφ Γουόλ, εγκαταστάσεις χωρίς να είσαι ο Χανς Χάακε. Αρκεί να είσαι συγκροτημένος, να ξεκαθαρίσεις τι θέλεις να πεις και να διαλέξεις τι μέσο σε βολεύει κάθε φορά για το σκοπό σου.

Οι YBAs ήταν ένας τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, κινούνταν σε ένα πολύ συγκροτημένο πλαίσιο που τους έδινε την ελευθερία να χρησιμοποιήσουν ό,τι μέσο θέλουν. Όμως στη ζωγραφική πάντα υπάρχει το παιχνίδι και το ανακάτεμα με την ίδια τη γλώσσα. Γι’ αυτό εξακολουθεί και υπάρχει. Γιατί υπάρχει μια παράδοση πάρα πολλών αιώνων που, όπως και με μια τράπουλα, συνεχώς την ανακατεύεις και σου δίνει κάτι καινούργιο.

Το Goldsmiths έτυχε να πηγαίνει στο χαρακτήρα μου. Μου έδωσε καινούργιες ιδέες και ένα τρόπο να σκέφτομαι πάνω στα ζητήματα της τέχνης που με ενδιέφεραν. Bέβαια πήρα πολύ γερές βάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης. Όπως και από τη σχολή της Αθήνας βγαίνουν άνθρωποι που ξέρουν σχέδιο. Αυτό δεν συμβαίνει αναγκαστικά σε πιο υψηλού προφίλ σχολές.

Πώς αντιλαμβάνεσαι τον ρόλο της τέχνης σήμερα; Συμμερίζεσαι τη ρήση του Λόρενς Βάινερ με την οποία ξεκινά το δελτίο τύπου για την έκθεσή σου;
Ο Βάινερ αναφέρει: «Η τέχνη δεν απαντά σε κανενός τις ερωτήσεις αλλά μας δίνει τα μέσα να απαντήσει ο καθένας μόνος του στις ερωτήσεις που θέτει την κάθε στιγμή. Αναλαμβάνει να μας δείξει, όχι αυτά που δεν ξέρουμε ή αυτό που εφηύρε ή δημιούργησε κάποιος άλλος, αλλά αυτά που διέφυγαν της προσοχής μας». Συμφωνώ απόλυτα και θέλω να επιμείνω στο τελευταίο κομμάτι. Θα σου αποκαλύψω κάτι για τον πίνακα με τη λέξη show. Από πού νομίζεις ότι προέρχεται;

Δεν έχω ιδέα.
Αν σου έλεγα ότι ήταν από ένα γυράδικο; Η πινακίδα ήταν κρεμασμένη στο μεταλλικό σωλήνα του αεραγωγού. Μπορεί να έγραφε και tzatziki show. Παίρνεις αυτό το πράγμα και το παρουσιάζεις με τέτοιο τρόπο ώστε να αναγκάσεις τον άλλο να το κοιτάξει. Δεν του δίνεις το γυράδικο, αλλά εάν έχει πετύχει το έργο, του δίνεις τη βεβαιότητα ότι αυτό το πράγμα κάπου υπήρχε στο περιβάλλον του. Βλέπεις από μακριά ότι είναι κάπως φωτορεαλιστικό, αλλά από κοντά προσέχεις τη μπογιά, τις ατέλειες, τις τραχιές επιφάνειες.

Δεν είναι πως περιμένεις κάτι συγκεκριμένο από έναν άνθρωπο. Ότι θα δει το έργο σου, θα πάρει το Καλάσνικοφ και θα αρχίσει την επανάσταση. Περιμένεις να ενεργοποιηθεί ο καθένας στο μέτρο του και να αρχίσει να σκέφτεται, να ασχολείται. Αν κάποιος ασχοληθεί με τον διπλανό του και όλοι μαζί αλλάξουμε κάτι προς το καλύτερο, ας γίνει.



Αλήθεια, πώς βλέπεις τις μέρες που ζούμε;
Ο καθένας πρέπει να γίνει λίγο πιο σκεπτόμενος, πιο ενεργητικός και να προσπαθήσει να επικοινωνήσει καλύτερα και περισσότερο. Κάποιοι το κάνουν ενδεχομένως πιο ουσιαστικά ή βοηθώντας άμεσα τους συνανθρώπους τους. Άλλοι έχουν διαφορετικό ρόλο. Είχα την τύχη να βρεθώ σ’ ένα masterclass του Γιάννη Mπεχράκη στο Mουσείο Φωτογραφίας και είπε ότι γι’ αυτόν η δουλειά του είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί οι φωτορεπόρτερ είναι τα μάτια του κόσμου. Είναι εκεί και ενδεχομένως και μόνο αυτό το γεγονός να αποτρέπει κάποιους από το να σκοτώσουν ή να καταστρέψουν. Η τέχνη πάλι έχει έναν άλλο ρόλο, αρκετά διαφορετικό. Είναι μια εσωτερική ανάγκη που μας κάνει να θέλουμε να επικοινωνήσουμε μέσω αυτής. Κάποιοι άνθρωποι είναι αποκλεισμένοι από αυτό γιατί δεν καταφέραμε όσοι είμαστε στο χώρο να τους κάνουμε να ενδιαφερθούν ή και γιατί οι ίδιοι έχουν μέρος ευθύνης.

Η κατάσταση είναι πάρα πολύ άσχημη, μας πνίγει. Πιστεύω όμως ότι η τέχνη λειτουργεί λυτρωτικά. Η κόρη μου πηγαίνει στη χορωδία του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Τι ανάσα είναι αυτό το πράγμα. Μαθαίνει σαξόφωνο στο Κρατικό Ωδείο και απολαμβάνω την ενέργεια στις συναυλίες τους. Μπορώ έτσι να αντιμετωπίσω με μεγαλύτερο κουράγιο και θάρρος την πραγματικότητα.

Και η σύγχρονη ελληνική εικαστική σκηνή;
Χρειάζεται ενίσχυση. Είχα την τύχη να δουλέψω ως επισκέπτης καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και βλέπεις παιδιά με πάρα πολλές δυνατότητες αλλά και καλλιτέχνες και καθηγητές που προσπαθούν να βοηθήσουν, χωρίς απαραίτητα οικονομικό αντίκρισμα. Βλέπεις όμως και την ανέχεια που στερεί από πολλά παιδιά τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν. Η τέχνη θέλει αφοσίωση, χρόνο, χρήμα, έστω για τα υλικά σου. Δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχουν αρκετοί διδάσκοντες. Δεν υπάρχει ένας μηχανισμός, όπως αυτός που υπήρχε στην Αγγλία, όπου τα παιδιά συνεχίζουν τις καριέρες τους και το κράτος είναι αρωγός.

Η παρουσία της Documenta στην Αθήνα, τι σκέψεις σου γεννά;
Ό,τι γίνεται είναι καλό, γιατί δημιουργεί διάλογο κι ενδιαφέρον. Γιατί έτσι ενδεχομένως κάποιοι άνθρωποι θα αποφασίσουν να ασχοληθούν ή θα έχουν ενδεχομένως περισσότερες πιθανότητες για να ασχοληθούν.

Σωτήρης Πανουσάκης – The show must go on
CAN Gallery, Αναγνωστοπούλου 42, Κολωνάκι, 2103390833
Μέχρι 18/2. Τρ.-Παρ. 11 π.μ.-3 μ.μ. & 5-8 μ.μ. Σάβ. 11 π.μ.-4 μ.μ.
Είσοδος ελεύθερη
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v