Δεν αντέχεις τον ήχο του μασήματος (και άλλους ήχους); Μπορεί να έχεις μισοφωνία
Αν ο ήχος κάποιου που μασάει, αναπνέει δυνατά ή χτυπάει ρυθμικά το στιλό του σε βγάζει από τα ρούχα σου, σου έχουμε νέα.
Αν ο ήχος κάποιου που μασάει, αναπνέει δυνατά ή χτυπάει ρυθμικά το στιλό του σε βγάζει από τα ρούχα σου, σου έχουμε νέα.
Κάθεσαι ωραία και καλά στο τραπέζι, απολαμβάνεις το φαγητό σου, και ξαφνικά κάποιος δίπλα σου αρχίζει να μασάει με ανοιχτό το στόμα. Ακούς κάθε μπουκιά, κάθε ρούφηγμα, κάθε μικροσκοπικό ήχο που κανονικά δεν θα έπρεπε καν να προσέχεις. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η ηρεμία σου έχει πάει περίπατο. Σφίγγεις τα δόντια, προσπαθείς να συγκεντρωθείς κάπου αλλού, ίσως σκέφτεσαι ακόμα και να σηκωθείς να φύγεις. Αν η περιγραφή σού ακούγεται γνώριμη, υπάρχει περίπτωση να έχεις μισοφωνία. Κι όχι, δεν σημαίνει απλώς ότι σε εκνευρίζουν οι κακοί τρόποι στο τραπέζι.
Η μισοφωνία είναι μια διαταραχή κατά την οποία συγκεκριμένοι ήχοι προκαλούν ασυνήθιστα έντονες αρνητικές αντιδράσεις. Δεν μιλάμε για το ότι σε ενοχλεί ο γείτονας που βάζει μουσική στη διαπασών στις τρεις το πρωί. Μιλάμε για καθημερινούς, συχνά χαμηλής έντασης ήχους, που οι περισσότεροι άνθρωποι είτε δεν προσέχουν καθόλου είτε βρίσκουν απλώς λιγάκι ενοχλητικούς.
Σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που διαμόρφωσε το 2022 μια διεθνής ομάδα ειδικών, το χαρακτηριστικό της μισοφωνίας δεν είναι η ένταση ενός ήχου, αλλά το μοτίβο του ή η σημασία που έχει για εκείνον που τον ακούει. Ένας άνθρωπος μπορεί, για παράδειγμα, να μην ενοχλείται καθόλου από την κίνηση στον δρόμο, αλλά να αισθάνεται αφόρητη δυσφορία όταν ακούει κάποιον να μασάει τσίχλα.
Η αντίδραση μπορεί να περιλαμβάνει έντονο εκνευρισμό, θυμό, αηδία ή άγχος. Σε κάποιους ανθρώπους συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα, όπως ταχυκαρδία, μυϊκή ένταση ή εφίδρωση, και από έντονη επιθυμία να σταματήσει αμέσως ο συγκεκριμένος ήχος.
Το μάσημα είναι ίσως ο διασημότερος ύποπτος, αλλά σε καμία περίπτωση ο μοναδικός. Η μισοφωνία έχει ολόκληρο ρεπερτόριο ήχων που μπορούν να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα, διαφορετικά για κάθε άνθρωπο.
Ανάμεσά τους βρίσκονται το ρούφηγμα του καφέ, το πλατάγισμα των χειλιών, η κατάποση, το καθάρισμα του λαιμού, το ρουθούνισμα και η βαριά αναπνοή. Στη λίστα μπορούν επίσης να προστεθούν το συνεχές κλικ ενός στιλό, το χτύπημα των δαχτύλων στο γραφείο, ο ήχος ενός πληκτρολογίου ή το τικ τακ του ρολογιού.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ορισμένοι άνθρωποι αντιδρούν ακόμα και σε οπτικά ερεθίσματα που συνδέονται με τους ήχους που τους ενοχλούν. Μπορεί, για παράδειγμα, να τους προκαλεί δυσφορία το να βλέπουν κάποιον να μασάει ή να κουνάει νευρικά το πόδι του, ακόμα κι αν δεν ακούνε τίποτα.
Το ενδιαφέρον είναι πως ο ίδιος ήχος δεν προκαλεί αναγκαστικά την ίδια αντίδραση σε όλες τις περιστάσεις. Μπορεί να σε ενοχλεί αφόρητα όταν προέρχεται από κάποιον άλλον, αλλά πολύ λιγότερο όταν τον προκαλείς εσύ. Ακόμα και η σχέση σου με το πρόσωπο που κάνει τον ήχο, η διάθεσή σου ή το πόσο εύκολα μπορείς να απομακρυνθείς ενδέχεται να επηρεάζουν την ένταση της αντίδρασής σου.
Εδώ τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα. Οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει ακόμα σε μία οριστική εξήγηση για τη μισοφωνία, υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι σχετίζεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται συγκεκριμένους ήχους και τις συναισθηματικές αντιδράσεις που συνδέονται μαζί τους.
Η μισοφωνία εμφανίζεται συχνά για πρώτη φορά στην παιδική ηλικία ή στην αρχή της εφηβείας, ενώ μπορεί να συνυπάρχει με αγχώδεις διαταραχές, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή ΔΕΠΥ. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως όποιος έχει μισοφωνία έχει απαραιτήτως και κάποια άλλη διαταραχή.
Υπάρχει επίσης μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη μισοφωνία και την υπερακουσία, μια άλλη μορφή ευαισθησίας στους ήχους. Στην υπερακουσία, πολλοί καθημερινοί ήχοι γίνονται αντιληπτοί ως υπερβολικά δυνατοί ή δυσάρεστοι. Στη μισοφωνία, αντίθετα, το πρόβλημα αφορά συγκεκριμένους ήχους, ανεξάρτητα από την έντασή τους.
Καταρχάς, το γεγονός ότι εκνευρίζεσαι όταν κάποιος μασάει δυνατά δεν αρκεί από μόνο του για να υποθέσεις πως έχεις μισοφωνία. Το σημαντικό είναι πόσο έντονη είναι η αντίδρασή σου και πόσο επηρεάζει την καθημερινότητά σου.
Αν αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τον θυμό ή την αναστάτωσή σου όταν ακούς συγκεκριμένους ήχους, αν δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς όσο αυτοί συνεχίζονται ή αν αποφεύγεις συστηματικά καταστάσεις στις οποίες υπάρχει περίπτωση να τους συναντήσεις, ενδέχεται να εμφανίζεις συμπτώματα μισοφωνίας.
Για κάποιους ανθρώπους, το πρόβλημα μπορεί να γίνει αρκετά σοβαρό ώστε να αποφεύγουν τα οικογενειακά τραπέζια, να δυσκολεύονται να εργαστούν σε έναν κοινόχρηστο χώρο ή να έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τους ανθρώπους που ζουν μαζί τους. Κι εδώ προκύπτει ένα ακόμα παράδοξο: Όσο περισσότερο προσπαθείς να αγνοήσεις έναν ήχο που σε ενοχλεί, τόσο περισσότερο συγκεντρώνεται η προσοχή σου επάνω του.
Η μισοφωνία δεν περιλαμβάνεται ακόμη ως ξεχωριστή διάγνωση στο DSM-5-TR, το διαγνωστικό εγχειρίδιο των ψυχικών διαταραχών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματά της δεν είναι πραγματικά –απλά τα διαγνωστικά κριτήρια εξακολουθούν να εξελίσσονται.
Τα καλά νέα είναι πως υπάρχουν τρόποι να διαχειριστείς τη μισοφωνία, ακόμα κι αν δεν υπάρχει καθιερωμένη θεραπεία που να την εξαφανίζει οριστικά.
Μια πρακτική λύση είναι να περιορίσεις την έκθεσή σου στους ήχους που σε ενοχλούν, χωρίς όμως να οργανώνεις ολόκληρη τη ζωή σου γύρω από την αποφυγή τους. Τα ακουστικά με ακύρωση θορύβου, η απαλή μουσική ή ένας ανεμιστήρας που δημιουργεί σταθερό ήχο στο παρασκήνιο μπορούν, για παράδειγμα, να σε βοηθήσουν να συγκεντρωθείς στη δουλειά ή να απολαύσεις ένα γεύμα χωρίς να ακούς κάθε μπουκιά των γύρω σου.
Εξίσου σημαντικό είναι να εξηγήσεις στους ανθρώπους με τους οποίους ζεις τι ακριβώς σου συμβαίνει. Όχι, δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις στον σύντροφό σου να τρώει πατατάκια στον καναπέ. Μπορείτε όμως να συμφωνήσετε ότι η τηλεόραση θα παίζει στο παρασκήνιο ή ότι, αν κάποια στιγμή χρειαστείς ένα μικρό διάλειμμα από τους ήχους, αυτό δεν αποτελεί προσωπική επίθεση εναντίον του.
Για πιο έντονα συμπτώματα, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία φαίνεται να είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση. Σε κλινική μελέτη με 54 συμμετέχοντες, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Depression and Anxiety, το 37% όσων ακολούθησαν ομαδική γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία παρουσίασε κλινικά σημαντική βελτίωση. Η βελτίωση διατηρήθηκε και έναν χρόνο αργότερα, αν και χρειάζονται περισσότερες και μεγαλύτερες μελέτες για να γνωρίζουμε πόσο αποτελεσματική είναι η θεραπεία για διαφορετικούς ανθρώπους.
Αν λοιπόν οι ήχοι που για τους άλλους αποτελούν ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινότητας έχουν αρχίσει να δυσκολεύουν τις σχέσεις, τη δουλειά ή την κοινωνική σου ζωή, αξίζει να απευθυνθείς σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας με γνώση της μισοφωνίας. Αν αντιμετωπίζεις και άλλα προβλήματα ακοής ή γενικότερη ευαισθησία στους ήχους, μπορεί να χρειαστεί και αξιολόγηση από ωτορινολαρυγγολόγο ή ακοολόγο.