Πώς θα ξεπεράσω την απάθεια;

Η απάθεια δεν εμφανίζεται ξαφνικά ούτε χωρίς λόγο. Πώς θα την αναγνωρίσεις και πώς αντιμετωπίζεται;

Πώς θα ξεπεράσω την απάθεια;

Η απάθεια είναι μία από τις πιο ύπουλες ψυχολογικές καταστάσεις, γιατί δεν εμφανίζεται ως κάτι έντονο, αλλά ως μια υποβόσκουσα απουσία συναισθήματος. Δεν προκαλεί άμεσα συναγερμό.

Αντίθετα, απλώνεται αργά και αθόρυβα, στερώντας από το άτομο το ενδιαφέρον, την κινητοποίηση και, τελικά, την αίσθηση ότι αξίζει να προσπαθεί. Είναι η εμπειρία του «δεν νιώθω τίποτα» και ταυτόχρονα του «δεν με νοιάζει που δεν νιώθω».

Ψυχολογικά, η απάθεια ορίζεται ως κατάσταση μειωμένης συναισθηματικής ανταπόκρισης, μειωμένης πρωτοβουλίας και έλλειψης κινήτρου για δράση. Παρότι μοιάζει με συναίσθημα, λειτουργεί κυρίως ως στάση ζωής: αδιαφορία, αποστασιοποίηση, παθητικότητα. Και αυτή ακριβώς η στάση αποστραγγίζει την ψυχική και σωματική ενέργεια, οδηγώντας σε λήθαργο, κόπωση και αδράνεια.

Η σύγχρονη ψυχολογική έρευνα έχει δείξει ότι για να αναλάβει κάποιος δράση, χρειάζεται πρώτα να νιώσει. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα, απουσιάζει και το εσωτερικό καύσιμο που κινητοποιεί τη συμπεριφορά. Με αυτή την έννοια, η απάθεια δεν είναι τεμπελιά ούτε έλλειψη χαρακτήρα. Είναι απώλεια συναισθηματικής πρόσβασης στη ζωή.

Πού οφείλεται;

Η απάθεια έχει συσχετιστεί τόσο με νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές όσο και με προβληματικούς τρόπους ζωής. Έχει παρατηρηθεί σε καταστάσεις όπως η κατάθλιψη, η δυσθυμία, η διπολική διαταραχή, αλλά και σε νευροεκφυλιστικά νοσήματα όπως η νόσος Parkinson ή το Alzheimer. Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα με χρόνια έλλειψη ύπνου, κακή διατροφή, σωματική αδράνεια ή χρήση ουσιών.

Ωστόσο, πέρα από τη βιολογική ή διαγνωστική διάσταση, υπάρχει ένας κοινός ψυχολογικός πυρήνας: η απώλεια της ελπίδας ότι η προσωπική ικανοποίηση είναι εφικτή. Είτε το άτομο παύει να πιστεύει στην αξία των στόχων του είτε χάνει την πίστη στην ικανότητά του να τους πετύχει. Όταν δεν υπάρχει κάτι που να αξίζει να διεκδικηθεί, η προσπάθεια μοιάζει μάταιη και η ενέργεια αποσύρεται.

Συχνά, η απάθεια γεννιέται μέσα από αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό: φόβο αποτυχίας, φόβο απόρριψης, εσωτερικευμένες πεποιθήσεις ανεπάρκειας ή αναξιότητας. Άλλες φορές προκύπτει μετά από γεγονότα που αποδιοργανώνουν βαθιά το νόημα της ζωής, όπως απώλειες, απογοητεύσεις ή τραυματικές εμπειρίες. Δεν είναι σπάνιο, επίσης, να αποτελεί προϊόν μακροχρόνιας μονοτονίας και εξάντλησης, όπου η καθημερινότητα μοιάζει άδεια, επαναλαμβανόμενη και χωρίς προοπτική.

Πώς εκδηλώνεται στην καθημερινότητα

Η απάθεια γίνεται εμφανής όταν δραστηριότητες που κάποτε προκαλούσαν χαρά ή ενθουσιασμό παύουν να έχουν νόημα. Όταν η εργασία βιώνεται ως αβάσταχτα επαναλαμβανόμενη, οι κοινωνικές επαφές εγκαταλείπονται, η σωματική δραστηριότητα διακόπτεται και ο χρόνος καταναλώνεται παθητικά, χωρίς πραγματική απόλαυση. Το άτομο δυσκολεύεται να δεσμευτεί σε οτιδήποτε, όχι επειδή δεν μπορεί, αλλά επειδή τίποτα δεν μοιάζει να αξίζει τον κόπο.

Στον πυρήνα αυτής της κατάστασης βρίσκεται συνήθως μια απαισιόδοξη εικόνα για το μέλλον. Μια πεποίθηση, συχνά σιωπηλή, ότι «ό,τι κι αν κάνω, δεν θα αλλάξει τίποτα». Αυτή η στάση, όσο λογική κι αν φαίνεται στο άτομο που την βιώνει, είναι ακριβώς εκείνη που συντηρεί την απάθεια.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί

Η αντιμετώπιση της απάθειας δεν είναι άμεση ούτε εύκολη. Είναι όμως εφικτή. Το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα είναι η αναγνώριση ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις εξωτερικές συνθήκες, αλλά στον τρόπο που αυτές νοηματοδοτούνται. Η αλλαγή ξεκινά από τη στάση απέναντι στον εαυτό.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλλιέργεια αυτοσυμπόνιας. Η απάθεια δεν χρειάζεται αυστηρότητα, αλλά κατανόηση. Χρειάζεται το άτομο να δει την ιστορία του με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, να αμφισβητήσει τις αρνητικές εσωτερικές αφηγήσεις και να αποδεχτεί ότι οι προηγούμενες αποτυχίες ή πληγές δεν καθορίζουν το μέλλον του.

Στη συνέχεια, είναι σημαντική η μετάβαση από την παθητικότητα στην επίλυση προβλημάτων. Μικρά, ρεαλιστικά βήματα έχουν μεγαλύτερη αξία από φιλόδοξες αλλά απρόσιτες αλλαγές. Ακόμη και η επιλογή ενός πολύ απλού στόχου μπορεί να επαναφέρει την αίσθηση ελέγχου και δράσης.

Η εισαγωγή καινοτομίας στην καθημερινότητα λειτουργεί επίσης θεραπευτικά. Νέες εμπειρίες, αλλαγές στη ρουτίνα, επαφή με τη φύση, σωματική κίνηση ή δημιουργικές δραστηριότητες μπορούν να επανενεργοποιήσουν το συναισθηματικό σύστημα. Δεν χρειάζεται αυτές οι δραστηριότητες να έχουν πρακτικό σκοπό. Η ίδια η εμπειρία της απόλαυσης αρκεί.

Παράλληλα, η ανάκληση στιγμών από το παρελθόν όπου υπήρχε ζωντάνια και ενδιαφέρον μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα με το παρόν. Όχι με νοσταλγία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ικανότητα για συναίσθημα και ενθουσιασμό δεν έχει χαθεί, απλώς έχει καλυφθεί.

Τέλος, όταν η απάθεια επιμένει και δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες, η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας είναι ουσιαστική και όχι ένδειξη αδυναμίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η απάθεια αποτελεί σύμπτωμα υποκείμενης κατάθλιψης και απαιτεί συστηματική θεραπευτική παρέμβαση.

Με πληροφορίες από Psychology Today 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v