Το παιδί είναι έτοιμο για το σχολείο. Είναι το σχολείο έτοιμο για το παιδί;
Η επιστροφή στα θρανία δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Αφορά γονείς, εκπαιδευτικούς και ένα σχολικό περιβάλλον που καλείται κι αυτό να προσαρμοστεί στις ανάγκες τους.
Η επιστροφή στα θρανία δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Αφορά γονείς, εκπαιδευτικούς και ένα σχολικό περιβάλλον που καλείται κι αυτό να προσαρμοστεί στις ανάγκες τους.
Κάθε Σεπτέμβριο επαναλαμβάνεται η ίδια εικόνα. Τα σχολεία ανοίγουν, οι δρόμοι γεμίζουν ξανά με παιδιά, οι γονείς κοιτούν με άγχος το ρολόι και τα αυτοκίνητα παραμένουν διπλοπαρκαρισμένα έξω από τις εισόδους. Αρχίζει ένας ακόμη μαραθώνιος: σχολείο, δραστηριότητες, ξένες γλώσσες, προπονήσεις, διάβασμα, μετακινήσεις. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα παιδί πρέπει να «προσαρμοστεί». Να είναι χαρούμενο, συνεργάσιμο, οργανωμένο και «ασφαλώς» να μην έχει άγχος!
Αξίζει να προβληματιστούμε, αν αυτό που χρειάζεται περισσότερο προετοιμασία για τη νέα σχολική χρονιά είναι τελικά το παιδί ή ολόκληρη η οικογένεια…
Γιατί η επιστροφή στο σχολείο δεν είναι μόνο μια αλλαγή στο πρόγραμμα του παιδιού. Είναι μια αλλαγή στη ζωή όλων. Οι γονείς ξαναμπαίνουν σε ένα απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα και, μαζί με αυτό, μπαίνουν σε εσωτερικά ερωτήματα: Τι θυμόμαστε από το δικό μας σχολείο; Τι φοβόμαστε ότι θα συμβεί στο παιδί μας; Πόσο μας αγχώνει η επίδοση, η αποδοχή από τους συνομηλίκους, ο «καλός» δάσκαλος, οι βαθμοί, η επόμενη σχολική βαθμίδα; Η δική μας αγωνία μπορεί εύκολα να γίνει δική τους αγωνία..
Κι έρχεται η πρώτη μέρα. Κάποια παιδιά μπαίνουν στην αυλή σαν να επιστρέφουν σε έναν αγαπημένο τόπο. Άλλα στέκονται στην πόρτα. Κάποια κλαίνε, κάποια θυμώνουν, κάποια παραπονιούνται για πόνο στην κοιλιά, κάποια δεν θέλουν να αποχωριστούν τον γονιό τους, κάποια επαναλαμβάνουν «βαριέμαι». Έχουμε συνηθίσει να ερμηνεύουμε: έχει άγχος, δεν έχει κίνητρο, δεν έχει αυτοπεποίθηση, χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια... Ίσως όμως, πριν ψάξουμε τι πρέπει να αλλάξει στο παιδί, αξίζει να κοιτάξουμε τι ακριβώς του ζητάμε να αντέξει.
Το άγχος δεν εμφανίζεται επειδή ένα παιδί είναι «ευαίσθητο» ή επειδή δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται σωστά τα συναισθήματά του. Είναι μια φυσιολογική αντίδραση όταν ο κόσμος γίνεται άγνωστος, απαιτητικός ή απρόβλεπτος. Νέοι εκπαιδευτικοί, νέοι συμμαθητές, αλλαγές στις σχέσεις, περισσότερες ακαδημαϊκές απαιτήσεις, φόβος αποτυχίας, κοινωνική αποδοχή. Όλα αυτά μπορούν να κάνουν μια σχολική μετάβαση πραγματικά δύσκολη. Και δεν μεταβαίνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιον η αλλαγή είναι περιπέτεια, για κάποιον άλλο είναι απώλεια του γνώριμου. Η μετάβαση δεν είναι μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Είναι μια ψυχική διαδικασία.
Γι’ αυτό ίσως έχουμε κουραστεί λίγο από τις ατελείωτες λίστες των ειδικών με τα «πρέπει». Να οργανώσουμε τη ρουτίνα, να προετοιμάσουμε την τσάντα, να ρυθμίσουμε το πρόγραμμα, να βάλουμε στόχους, να δημιουργήσουμε κίνητρα... Όλα χρήσιμα, μέχρι τη στιγμή που η ίδια η προετοιμασία γίνεται άλλη μία υποχρέωση των γονιών.
Υπάρχει ένας παράδοξος σύγχρονος γονεϊκός αγώνας: τρέχουμε όλη μέρα για να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μια καλή παιδική ηλικία και στο τέλος δεν τους μένει χρόνος να είναι παιδιά. Δεν είναι παράλογο ένα παιδί που βρίσκεται διαρκώς σε πρόγραμμα να αντιδρά όταν ακούει ότι πρέπει να προσαρμοστεί ακόμη καλύτερα;
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα. Μήπως δεν χρειάζεται πάντοτε να «διορθώσουμε» το παιδί που βαριέται; Μπορεί να βαριέται ένα σχολικό βιβλίο που αποτυγχάνει να το συγκινήσει. Μπορεί να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε μια αίθουσα που δεν του προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες. Μπορεί να αντιδρά σε μια ύλη που μοιάζει ατελείωτη ή σε μια καθημερινότητα γεμάτη απαιτήσεις. Δεν σημαίνει ότι το σχολείο δεν έχει αξία, ούτε ότι τα παιδιά δεν χρειάζεται να μάθουν να προσπαθούν. Σημαίνει ότι η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Δεν είναι πάντα το παιδί που πρέπει να αλλάξει για να χωρέσει στο σχολείο. Κάποιες φορές χρειάζεται και το σχολείο να αλλάξει για να χωρέσει καλύτερα τα παιδιά του.
Σε αυτή την προσπάθεια, γονείς και εκπαιδευτικοί δεν έχουν την πολυτέλεια να βρίσκονται απέναντι. Κι όμως, συχνά βρίσκονται. Ο γονιός θεωρεί ότι ο εκπαιδευτικός δεν καταλαβαίνει το παιδί του και ο εκπαιδευτικός ότι ο γονιός ζητά τα πάντα και αμφισβητεί τους πάντες. Ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκεται ένα παιδί που ακούει περισσότερα απ’ όσα υποψιαζόμαστε. Ακούει όταν απαξιώνουμε τον δάσκαλό του. Ακούει όταν ο εκπαιδευτικός απαξιώνει την οικογένειά του. Και τελικά καλείται να εμπιστευτεί ένα σχολικό πλαίσιο για το οποίο οι σημαντικοί ενήλικες της ζωής του δεν δείχνουν εμπιστοσύνη.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική προετοιμασία για το σχολείο να βρίσκεται κάπου αλλού. Στην εμπιστοσύνη ότι ένα παιδί μπορεί να δυσκολευτεί, δίχως να καταρρεύσει. Στην ελευθερία να κάνει λάθος, δίχως να αισθανθεί ότι απέτυχε. Στην αποδοχή ότι η αυτονομία δεν χτίζεται με διαρκείς υπενθυμίσεις, αλλά όταν σταδιακά αφήνουμε χώρο στο παιδί να αναλάβει τη ζωή του. Και στην προσπάθεια να μη μετατρέψουμε κάθε σχολική δυσκολία σε οικογενειακό συναγερμό. Ένα παιδί δεν χρειάζεται να ακούσει ότι «όλα θα είναι τέλεια». Χρειάζεται να ξέρει ότι, ακόμη κι αν δεν είναι, θα βρεθεί τρόπος να τα καταφέρει.
Αυτές τις ημέρες θα διαβάσουμε ξανά πολλές οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουμε ως γονείς. Ας κρατήσουμε λίγες και ας αφήσουμε στην άκρη τις περισσότερες. Ας θυμηθούμε, κυρίως, ότι πίσω από κάθε σχολική τσάντα υπάρχει ένας άνθρωπος που μεγαλώνει. Και πίσω από κάθε άνθρωπο που μεγαλώνει υπάρχει μια οικογένεια, ένας εκπαιδευτικός, ένα σχολείο και μια κοινωνία που του δείχνουν, καθημερινά, τι σημαίνει να μαθαίνεις και να συνυπάρχεις. Το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δε φοβούνται, δεν αντιδρούν, δε βαριούνται και δεν αποτυγχάνουν. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε παιδιά που τολμούν να προχωρούν παρόλο που φοβούνται, να επιμένουν χωρίς να συνθλίβονται και, κάποια στιγμή, να μπορούν να φύγουν από κοντά μας, χωρίς να φοβούνται τον κόσμο.