Τι σημαίνει allyship και πώς να μην το κάνεις άτσαλα
Τι θα πει να είσαι πραγματικός σύμμαχος σε δίκαιους αγώνες, χωρίς να διεκδικείς δικαιώματα για τον εαυτό σου, και χωρίς να εκμεταλλεύεσαι τη στάση σου για να κερδίσεις αναγνώριση;
Τι θα πει να είσαι πραγματικός σύμμαχος σε δίκαιους αγώνες, χωρίς να διεκδικείς δικαιώματα για τον εαυτό σου, και χωρίς να εκμεταλλεύεσαι τη στάση σου για να κερδίσεις αναγνώριση;
Γεγονός νούμερο ένα: Όλοι μας έχουμε προνόμια. Οι άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες, οι στρέιτ σε σχέση με τους ΛΟΑΤΚΙ ανθρώπους, όσοι έχουμε γεννηθεί στην χώρα που ζούμε σε σχέση με εκείνους που έχουν έρθει εδώ από αλλού, για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα.
Γεγονός δεύτερο: Τα προνόμιά μας δεν τα βλέπουμε πάντα. Στην ευτυχή περίπτωση που αυτό συμβεί, μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε για να στηρίξουμε τους αγώνες εκείνων που δεν τα έχουν. Αυτό είναι που λέμε «να γίνουμε σύμμαχοι».
Το allyship, ελληνιστί ας πούμε συμμαχικότητα, είναι η ενεργή υποστήριξη ανθρώπων ή ομάδων που βιώνουν διακρίσεις, αποκλεισμό ή ανισότητα, χωρίς εσύ να ανήκεις σε αυτές. Δεν είναι –και δεν πρέπει να γίνεται– ταυτότητα, ούτε παράσημο ηθικής ανωτερότητας. Είναι μια στάση που φαίνεται στην πράξη: στο πώς μιλάς, στο πότε σωπαίνεις, στο ποιον υπερασπίζεσαι όταν δεν είναι μπροστά, στο τι κάνεις όταν η κουβέντα γίνεται άβολη.
Το να είσαι σύμμαχος σημαίνει ότι προσπαθείς συνειδητά να χρησιμοποιείς τη θέση, τη φωνή ή την πρόσβασή σου στον δημόσιο διάλογο για να μη μένουν μόνοι τους εκείνοι που δέχονται ρατσισμό, σεξισμό, ομοφοβία, τρανσφοβία, ableism ή οποιαδήποτε άλλη μορφή αποκλεισμού.
Και, ναι, αυτό μπορεί να συμβαίνει σε μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και σε μικρές καθημερινές σκηνές: Σε ένα οικογενειακό τραπέζι, σε ένα σχόλιο στο γραφείο, σε μια παρέα που γελάει με ένα «αστείο» που δεν είναι τόσο αθώο όσο θέλει να πιστεύει.
Σαν την ομελέτα: Σπάζοντας αυγά. Γιατί σίγουρα, ευχάριστο δεν είναι για κανέναν να «χαλάει το κλίμα» επισημαίνοντας το ρατσιστικό/ σεξιστικό/ ομοφοβικό αστείο τη στιγμή που ακούγεται. Και υπερβολικό/η θα σε πουν, και σπαστικό/ια, και πρήχτη/ρα, και άλλα κοσμητικά ανάλογα την άνεση και το επίπεδο της παρέας.
Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να στήσεις κάθε φορά ολόκληρο καυγά. Μερικές φορές αρκεί ένα ήρεμο «δεν συμφωνώ», ένα «ας μην το λέμε έτσι», ένα «έλα, αυτό είναι άδικο». Η αλλαγή δεν έρχεται πάντα με τυμπανοκρουσίες. Συχνά έρχεται με μικρές, σταθερές μετακινήσεις στη γλώσσα, στις παρέες, στις δουλειές, στις συνήθειες. Το θέμα είναι να μη θυμάσαι την αλληλεγγύη μόνο όταν είναι ασφαλής, ωραία και φωτογενής.
Βοηθάει καμιά φορά –αν και όχι πάντα– να θυμάσαι ότι οι άνθρωποι που υπερασπίζεσαι εκείνη τη στιγμή ακούν συνήθως πολύ χειρότερα πράγματα. Και επίσης ότι το χειρότερο που θα σου συμβεί εσένα θα είναι να σε πουν πρήχτη οι φίλοι σου, ενώ το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε εκείνους είναι μια ρατσιστική/ ομοφοβική/ σεξιστική επίθεση, ενίοτε θανατηφόρα. Μη βάλουμε λινκ με παραδείγματα, μεγάλο παιδί είσαι, ειδήσεις βλέπεις.
Με πρώτη και μεγαλύτερη να κάνεις τη συμμαχικότητά σου παντιέρα, και να τη μετατρέψεις σε παράσταση με πρωταγωνιστή εσένα. Όσο και αν έχουμε μάθει να τοποθετούμε τον εαυτό μας στο κέντρο κάθε συζήτησης, είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι τώρα δεν είναι η ώρα να ανέβεις στη σκηνή, αλλά να ανοίξεις χώρο για να ακουστούν όσοι συνήθως σπρώχνονται έξω από αυτήν.
Δεύτερη παγίδα είναι το να θεωρήσεις ότι κατέχεις το ζήτημα για το οποίο μιλάς τόσο καλά, που μπορείς να το εξηγήσεις ακόμα και στους ανθρώπους που το ζούνε, οπότε δεν σου χρειάζονται οι ιστορίες τους, οι εμπειρίες τους, οι απόψεις τους, και δεν τους ακούς όταν μιλάνε.
Πολλώ δε μάλλον, όταν σου λένε ότι κάτι που είπες ή έκανες ήταν προβληματικό. Σε αυτή την περίπτωση, το «δεν το είχα σκεφτεί έτσι» είναι πολύ πιο χρήσιμο από το «ναι, αλλά εγώ δεν το εννοούσα έτσι». Γιατί το allyship απαιτεί να αντέχεις και λίγο την αμηχανία.
Το άτσαλο allyship συχνά διαλύεται στο πρώτο feedback. «Μα εγώ προσπαθώ», «τίποτα δεν σας αρέσει», «δεν ξαναμιλάω τότε». Αυτές οι αντιδράσεις δείχνουν ότι το κέντρο βάρους ήταν από την αρχή λάθος. Δεν είναι το ζητούμενο να νιώθεις πάντα άνετα. Το ζητούμενο είναι να γίνεσαι λίγο πιο χρήσιμος, λίγο πιο προσεκτικός, λίγο λιγότερο κολλημένος στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Κι αυτό μας φέρνει σε μια άλλη παγίδα: Να περιμένεις επιβράβευση. Το να μην είσαι ρατσιστής, σεξιστής, ομοφοβικός ή τρανσφοβικός δεν είναι κοινωνική υπέρβαση. Είναι η βάση. Το allyship αρχίζει από εκεί και πάει παραπέρα. Αν ο στόχος είναι να νιώσεις εσύ υπέροχα με τον εαυτό σου, κάτι έχει στραβώσει στη διαδρομή. Η συμμαχικότητα δεν είναι καθρέφτης για να θαυμάζεις πόσο ευγενές προφίλ έχεις υπό καλό φωτισμό. Είναι εργαλείο. Και όπως όλα τα εργαλεία, έχει αξία όταν κάνει δουλειά, όχι όταν το κουνάς στον αέρα.
Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: Το allyship δεν είναι εποχικό είδος, να εμφανίζεται τον Ιούνιο με τα ουράνια τόξα, στις 8 Μαρτίου με τις δακρύβρεχτες αναρτήσεις ή στις επετείους που όλοι θυμούνται για λίγο ότι ο κόσμος δεν είναι ακριβώς δίκαιος. Είναι καθημερινή πρακτική: Στη γλώσσα που χρησιμοποιείς, στους ανθρώπους που κάνεις παρέα, στις επιχειρήσεις και τις πρακτικές που στηρίζεις, στις παρέες που δεν αφήνεις να καταφεύγουν ανενόχλητες στο «έλα μωρέ, πλάκα κάνουμε».