Στα χρόνια της παραλιακής

Γυρνάμε τα ημερολόγια μας πίσω στα 90s και στα 2000s παρτάροντας σαν να μην υπάρχει αύριο θυμούμενοι τα χρυσά χρόνια της παραλιακής.

Στα χρόνια της παραλιακής

Η παραλιακή λεωφόρος των 90s και των 2000s ήταν ένα ζωντανό, ιδρωμένο και σίγουρα όχι μοσχομυριστό μνημείο της νεοελληνικής υπερβολής. Ήταν η εποχή που η Αθήνα ζούσε με την ψευδαίσθηση ότι είναι η Ίμπιζα της Μεσογείου, μόνο που αντί για κουλ πάρτι και ξενύχτια, το μενού είχε γκλίτερ, δανεικά Cayennes, τόνους τζελ και μια αδιανόητη, σχεδόν θρησκευτική, προσήλωση στο «φαίνεσθαι».

Ας είμαστε ειλικρινείς: αν προσπαθήσεις να περιγράψεις σε έναν σημερινό εικοσάρη τι σήμαινε «βγαίνω παραλιακή το καλοκαίρι του 2002», θα σε κοιτάξει σαν να του περιγράφεις τελετή μύησης σε αίρεση. Και δεν θα έχει άδικο εδώ που τα λέμε καθώς για 10-15 χρόνια ζούσαμε τις χρυσές στιγμές της μαζικής διασκέδασης που έκανε μια σαββατιάτικη βραδινή έξοδο πιο επίπονη κι από εξαγωγή φρονιμίτη χωρίς αναισθησία.

Η ιεροτελεστία ξεκινούσε από το ατελείωτο, βασανιστικό μποτιλιάρισμα στην Ποσειδώνος. Χιλιάδες αυτοκίνητα, με τα παράθυρα ανοιχτά, να παίζουν ταυτόχρονα το «Boro Boro» του Arash ή το «Θέλεις ή δεν θέλεις» του Ρουβά, δημιουργώντας μια κακόφωνη βιβλική συμφωνία. Τα δεχόσουν στωικά ωστόσο για να φτάσεις έξω από το Amphitheatro, το Venue ή το Guzel, το Mercedes και να υποστείς τη μεγαλύτερη ταπείνωση της νιότης σου, που δεν ήταν άλλη από το Face Control.

Εκεί, στην είσοδο, ένας δίμετρος τύπος με μαύρο κοστούμι, ακουστικό στο αυτί και ύφος καρδινάλιου της Ιεράς Εξέτασης, σε κοιτούσε από την κορυφή ως τα νύχια. Αν το παπούτσι σου δεν ήταν όσο κυριλέ έπρεπε ή αν η παρέα σου είχε μεγαλύτερη αναλογία ανδρών από αυτή που επέβαλε το real estate του μαγαζιού, έτρωγες άκυρο. Και το δεχόσουν σιωπηλά τις περισσότερες φορές.

Βλέπεις, η μαζική διασκέδαση τότε βασιζόταν για κάποιο περίεργο λόγο στον αποκλεισμό. Κάποιες φορές έπρεπε μέχρι και να παρακαλέσεις να μπεις στον παράδεισο των χιλίων τετραγωνικών με τους φοίνικες, τις πισίνες, τις βότκες σε κρυστάλλινες σαμπανιέρες και τα βουνά από σφηνάκια.

Και τι έβρισκες μέσα; Έναν αδιανόητο, ασφυκτικό συνωστισμό που κάνει το στριμωξίδι στα μέσα μεταφοράς να μοιάζει με ιστορία από το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Άνθρωποι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες, να κρατούν με δυσκολία ένα ποτήρι και να προσπαθούν να λικνιστούν στους ρυθμούς της house ή του r'n'b, ενώ το strobe light σου προκαλούσε επιληψία, με μόνη σου ευχή να μην πιείς πάλι «μπόμπες» και γυρίσεις σε ημιλιπόθυμη κατάσταση.

Τα τραπέζια-κρεβάτια με τις σαμπάνιες και τα πυροτεχνήματα ανήκαν φυσικά στους «έχοντες» της εποχής – τους πρίγκιπες των στεγαστικών δανείων και των προώρων συντάξεων που έβγαιναν τότε εν μία νυκτί.

Όλο αυτό το σκηνικό ήταν βαθιά ρηχό, κιτς και συχνά κακόγουστο για τους περισσότερους επιζώντες των χρυσών χρόνων της παραλιακής. Μια επίδειξη νεοπλουτισμού όπου το να «περνάς καλά» σήμαινε υποχρεωτικά να σε βλέπουν οι άλλοι. Κάτι παρόμοιο με το feed των ινσταγκραμικών ινφλουένσερ σήμερα για να μην παίρνεις πολύ θάρρος μηρυκάζοντας ότι τώρα είναι καλύτερη η φάση.

Κι όμως για έναν αξιοπερίεργο είναι η αλήθεια λόγο, υπάρχει μια γλυκιά, επίμονη νοσταλγία που σε πιάνει όταν σκέφτεσαι εκείνες τις νύχτες.

Ίσως γιατί, παρά το δήθεν και το κράξιμο που δικαιωματικά τους αξίζει, όλες εκείνες οι μεθυσμένες κι ατελείωτες νύχτες είχαν μια ενέργεια που σήμερα έχει χαθεί. Δεν υπήρχαν smartphones. Κανείς δεν κοιτούσε μια οθόνη. Αν ήθελες να φλερτάρεις, έπρεπε να μιλήσεις, να εκτεθείς, να μετρήσεις χυλόπιτες και σφηνάκια που πήγαν χαράμι.

Παράλληλα, υπήρχε μια αυθεντική, σχεδόν παιδική αφέλεια σε εκείνη την υπερβολή. Όταν το ρολόι έδειχνε πέντε το πρωί, η house σταματούσε, τα φώτα άναβαν, το Guzel ή τα Βαρελάδικα γίνονταν ένα απέραντο ελληνικό γλέντι και όλος αυτός ο δήθεν κόσμος, με τα ακριβά ρούχα και το αυστηρό look, γινόταν μια παρέα που τραγουδούσε σκυλάδικα μέχρι να ξημερώσει.

Μετά η συνέχεια είχε στάση για βρώμικο στις καντίνες της Συγγρού και βουτιές στην αθηναϊκή ριβιέρα όταν καλοκαίριαζε, ενώ απέφευγες όπως ο διάολος το λιβάνι απαγορευμένες περιοχές γιατί εκεί περίμεναν οι εγχώριοι Fast and the Furious για να πατήσουν κόντρες με τα πυραυλοκίνητα αυτοκίνητά τους.

Η αθηναϊκή νύχτα τότε έμοιαζε να παίζει σε λούπα το ίδιο μοτίβο διασκέδασης με αμέτρητους παρόντες. Ήταν μια εποχή που κάηκε γρήγορα, φυσικά όπως όλες οι υπερβολές. Την κράζουμε, τη χλευάζουμε για το ημιαποτυχημένο γκλάμουρ που πουλούσε, ωστόσο κατά βάθος μας λείπει. Μια ένοχη απόλαυση δηλαδή που ξεσκαρτάροντας παλιές φωτογραφίες θα σε κάνει συνήθως να κρυφοχαμογελάσεις που υπήρξες για λίγο η και περισσότερο μέρος της.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v