Ταβέρνα ο Μπάμπης: Ήρθε στο Σύνταγμα με παϊδάκια λουκούμι κι εμπειρία 59 χρόνων
Ο Μπάμπης που έχουν να λένε για τη χάρη του στο Παλαιό Φάληρο μας υποδέχεται και στο Σύνταγμα με παϊδάκια όνειρο και μερακλήδικα παπουτσάκια.
Ο Μπάμπης που έχουν να λένε για τη χάρη του στο Παλαιό Φάληρο μας υποδέχεται και στο Σύνταγμα με παϊδάκια όνειρο και μερακλήδικα παπουτσάκια.
Η επιτυχία ενός γαστρονομικού πρότζεκτ δεν κρίνεται από τους followers στους λογαριασμούς social media, ούτε από τα αποθεωτικά google reviews. Δεν λέμε φυσικά ότι αυτά δεν μετράνε ή δεν συμβάλλουν στην επιτυχία ενός εστιατορίου, αλλά από μόνα τους δεν είναι αρκετά για αυτή.
Ο χρόνος και η διάρκεια αντίθετα αφήνουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους και καθορίζουν τα success stories των αγαπημένων μας φαγάδικων που μετρούν περισσότερο από μισό αιώνα ζωής όπως συμβαίνει με τον Μπάμπη στο Παλαιό Φάληρο ο οποίος ξεκίνησε το γαστρονομικό του ταξίδι το 1967.
Η ομάδα του σαν έτοιμη από καιρό αποδέχθηκε την πρόκληση να ανοίξει μια ακόμη ταβέρνα στην καρδιά του κέντρου της Αθήνας και συγκεκριμένη στην άτυπη συνοριογραμμή Συντάγματος και Κολωνακίου.

Στον πανέμορφο πεζόδρομο της Ζαλοκώστα λοιπόν και λίγο πιο κάτω από την εμβληματική προτομή του Γιώργου Σεφέρη ο Μπάμπης φιλοδοξεί να δώσει τόσο στους Αθηναίους της περιοχής αλλά και στους πάμπολλους επισκέπτες της πρωτεύουσας έναν καλό λόγο να ξανά εμπιστευτούν τις ταβέρνες καθώς σε εκείνο το σημείο της Αθήνας, λάμπουν δια της απουσίας τους.
Βλέπεις, η επέλαση των all day bars και των street food spots αλλά και των διεθνών μαγειρικών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στις παραδοσιακές ταβέρνες να λάβουν το μερίδιο που τους αναλογεί ειδικά συγκριτικά με την υπερπληθώρα Μοναστηρακίου και Θησείου. Εμείς βρεθήκαμε στα μέρη του Μπάμπη ένα συννεφιασμένο σαββατιάτικο μεσημέρι του Μαΐου και πιάσαμε θέση κάτω από το φαρδύ υπόστεγο του καθώς οι πρώτες σταγόνες της βροχής είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους.
Ιδανικό σποτ καθώς απολαμβάνουμε και την βροχερή περατζάδα των θαμώνων και των επισκεπτών της περιοχής όσο περιεργαζόμασταν και τον κατάλογο. Το Αρετσίνωτο ροζέ κρασάκι (5€ τα 500 ml) από την Οινοποιία Κοντογιάννη στα Μεσόγεια ήταν ταμάμ για να συνοδέψει τα πιάτα που παραγγείλαμε.
Δύσκολη η επιλογή αν μας ρωτάς καθώς σε κάθε κατηγορία υπήρχαν μπόλικα πιάτα για να επιλέξεις με μια χρυσή ισορροπία μεταξύ μαγειρευτών, ψαριού και κρέατος δίχως να λείπουν φυσικά και τα πιάτα ημέρας, τιμώντας τον ταβερνίσιο χαρακτήρα του Μπάμπη.

Πρώτο ήρθε το τραγανό και μαλακό ψωμάκι (1€) σε ένα ευμεγέθες σακούλι μαζί με τη μεσογειακή σαλάτα (10€) μια από τις καλύτερες εκδοχές ντάκου που δοκιμάσαμε πρόσφατα. Με ένα τραγανό παξιμάδι ολικής -που δεν είχε μουλιάσει ευτυχώς στο λάδι καταλήγοντας σα νερωμένη παπάρα- ψιλοκομμένα ντοματίνια, κατίκι Δομοκού, κάπαρη, ρίγανη και βασιλικό είχε τη σωστή ισορροπία μεταξύ όλων των γεύσεων χωρίς να χάνει ούτε την τραγανότητά του ούτε την πλούσια γεύση του. Ακολούθησαν τα σπιτικά ντολμαδάκια (9€) τυλιγμένα στο χέρι με ένα συνοδευτικό ντιπ δροσερής μαγιονέζας με μυρωδικά που ταίριαξε γάντι στις εντάσεις μεταξύ τους.
Σειρά είχε η σκοπελίτικη στριφτή τυρόπιτα (9€) που μας ενθουσίασε από την πρώτη κιόλας μπουκιά. Χειροποίητη κι έξτρα τραγανή και μυρωδάτη δεν τσιγκουνεύτηκε τη γέμιση και πολύ καλά έκανε. Ακολούθησαν τα παπουτσάκια (10€) το μοναδικό ίσως πιάτο που μπορεί να κοιτάξει κατάματα τον μουσακά δίχως να χαμηλώσει το βλέμμα από ντροπή μπρος στη γευστική σύγκριση. Εδώ, συναντήσαμε μια ρομβίσια σχηματικά εκδοχή με πολύ κιμά και πολύ καλά μαγειρεμένη τη μελιτζάνα που δεν έβγαλε τις περιττές λαδίλες που συχνά συναντάς σε μπόλικα μαγειρευτάδικα της πρωτεύουσας.

Για το τέλος κρατήσαμε τα παϊδάκια (46€ το κιλό), καθώς η σωστή ταβέρνα εκεί φαίνεται κι όμως πει διαφορετικό λόγο από εμάς, να του βγει το μάτι σα λουκουμάς. Εξαιρετική δουλειά εδώ με το κρέας να είναι πολύ νόστιμο και να μην κινείται στις συνήθεις ξερακιανές εκδοχές που σε κάνουν να τρως μόνο κοκαλάκια ουσιαστικά.
Καλό το ψήσιμο τους αφού παρέμεναν ζουμερά, χωρίς να είναι ωστόσο έξτρα λιπαρά. Καλό και το μαρινάρισμα χωρίς αχρείαστες προσθήκες πέραν των βασικών μυρωδικών. Οι συνοδευτικές πατάτες ήταν φρέσκιες και κομμένες στο χέρι, ως είθισται σε ταβέρνες που σέβονται τον εαυτό και το κοινό τους.
Στο τέλος ήρθε κερασμένη σοκολατόπιτα για να δέσει το γλυκό καταπώς πρέπει. Αξιόλογη προσπάθεια σε μια περιοχή της Αθήνας που δεν έχουμε πολλά ταβερνίσια project με καλές μερίδες και value for money προσέγγιση στις τιμές των πιάτων -για τα δεδομένα του 2026- και την αδιαπραγμάτευτη ποιότητα όσων δοκιμάσαμε.