Gastros: Μια αστική μοντέρνα ταβέρνα στη Βεάκη που κατέχει την προβατίνα όσο λίγοι
Άρτι αφιχθείσα στη Βεάκη η νέα γαστροταβέρνα του Περιστερίου ξέρει από καλή προβατίνα κι έχει όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει στην γαστρονομική σκηνή της πρωτεύουσας.
Άρτι αφιχθείσα στη Βεάκη η νέα γαστροταβέρνα του Περιστερίου ξέρει από καλή προβατίνα κι έχει όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει στην γαστρονομική σκηνή της πρωτεύουσας.
Ο δρόμος της Αιμιλίου Βεάκη συνιστά τον βασικό λόγο που το Περιστέρι τα τελευταία χρόνια πρωταγωνιστεί στη γαστρονομική σκηνή της πρωτεύουσας στρέφοντας τα βλέμματα όλων προς το «αστέρι» των δυτικών προαστίων. Η κοινότητα των foodies δε, έχει πάντοτε την πιάτσα της Βεάκη πιναρισμένη πολύ ψηλά στην ατζέντα της καθώς στον δρόμο της θα βρεις κυριολεκτικά και μεταφορικά ό,τι τραβά η ψυχούλα σου. Αν κάτι της έλειπε ωστόσο αυτό ήταν μια γαστροταβέρνα, για αυτό και χαιρετήσαμε την φρέσκια άφιξη του Gastros που άνοιξε πολύ πρόσφατα φιλοδοξώντας να γίνει των νέο αγαπημένο σποτ όσων αγαπούν τις μοντέρνες αστικές ταβέρνες κι όχι μόνο. Το μενού φέρει την υπογραφή του σεφ Ιορδάνη Ηλιάδη ο οποίος μαζί με τον head chef Μανώλη Σιγέρη κάνουν μια ανασκόπηση της αγαπημένης ελληνικής κουζίνας πατώντας σε αθάνατες συνταγές της πατρίδας μας χωρίς να λείπουν ωστόσο και οι διεθνείς εκπλήξεις τόσο σε πιάτα όσο και σε μαγειρικό επίπεδο.
Οι λάτρεις του κρέατος είναι βέβαιο ότι θα ενθουσιαστούν καθώς υπάρχει μια ξεκάθαρη προτίμηση στον κατάλογο μέσα από εξαιρετικές meat lovers επιλογές και μερακλήδικες προσθήκες για τους δειπνοσοφιστές και βαρελόφρονες που οφείλουν να βάλουν το Gastros στη λίστα τους. Ο χώρος τεράστιος απλώνεται σε δύο επίπεδα με μπόλικα τραπέζια, με την πλειοψηφία των παρευρισκόμενων να μπορούν να ρίχνουν κλεφτές ματιές στην ανοιχτή κουζίνα του χώρου. Διακοσμητικά υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ του βιομηχανικού στυλ που θα συναντήσεις κυρίως σε ευρωπαϊκά roast houses χωρίς να λείπουν και μοντέρνες πινελιές ειδικά στα αναπαυτικά καθίσματα που πλαισιώνουν τα ξύλινα τραπέζια. Σε κάθε στρωμένο τραπέζι μας περιμένει και η επεξήγηση του ονόματος καθώς τυπωμένο μπορεί να δει κανείς το ακόλουθο: «Της γαστρός (γεν. ενικού) η γαστέρα – το τμήμα του σώματος, η κοιλιά. Όλα τα ερεθίσματα της πείνας περνάνε από την κοιλιά και το στομάχι. Η επιθυμία για φαγητό».

Αφού πήραμε θέση τσεκάραμε τη winelist με διαλεχτές επιλογές αποκλειστικά από τον ελληνικό αμπελώνα (από 7€ το ποτήρι/24€ το μπουκάλι). Εμείς διαλέξαμε το Bostani από τους Αμπελώνες Amoenos (8€ το ποτήρι/29€ το μπουκάλι) του Αμύνταιου που συνδυάζει εξαιρετικά την μοναδική προσωπικότητα του Ξινόμαυρου με τον πικάντικο χαρακτήρα του Syrah. Συνεχίσαμε ακάθεκτοι με την παραγγελία από την οποία πρώτο έφτασε το χειροποίητο ψωμάκι (3€ το άτομο) σε δύο εκδοχές. Μια φρυγανισμένη και λαγοριγανισμένη όπως προστάζουν οι παραδοσιακές ελληνικές ταβέρνες και μια ακόμη αφράτη εκδοχή χειροποίητης φοκάτσιας που ήταν ένα όνειρο πραγματικά. Συνοδεία υπήρχε ένα ντιπ με έναν δροσιστικό πελτέ ντομάτας και τουρσί καρότο με ελίτσες χωρίς το κουκούτσι τους.

Η πράσινη σαλάτα (14€) που ακολούθησε είχε καρδιές μαρουλιού, φύλλα ρόκας, ψητό μπέικον μαύρου χοίρου μούρλια, προζυμένια και λεπτοκομμένα σαν ροδέλες κρουτόν και πεκορίνο Αμφιλοχίας. Δροσερή κι ευτυχώς όχι νερουλή ως συνηθίζεται είχε σαν άσσο στο μανίκι της το crispy μπέικον μαύρου χοίρου να επισκιάζει γευστικά με τη νοστιμιά του. Τα ντολμαδάκια στα κάρβουνα με ανεβατό Ευβοίας και φρέσκια μυρωδικά (12€) ήταν χάρμα γεύσης, σωστά ψημένα και λαχταριστά σε ένα τέλειο ραφινάτο συνδυασμό με το υπέροχο ανεβατό.
Πολύ δυνατό ήταν και το χατσαπούρι (11€) που ακολούθησε τηγανισμένο με φέτα, γραβιέρα και αιγοπρόβειο βούτυρο. Ήρθε σερβιρισμένο σε ένα ξύλινο σκεύος με το μέσα του να αχνίζει και το τυρί να πιάνει από άκρη σε άκρη όλη τη γέμιση. Τραγανό και με σωστές εντάσεις ήταν ίσως το καλύτερο των ορεκτικών που δοκιμάσαμε. Από το μενού με τα πιάτα της κατσαρόλας δεν γινόταν να μην ενδώσουμε στον πειρασμό που άκουγε στο όνομα παπαρδέλες με σιγομαγειρεμένο μοσχάρι και σάλτσα Μετσοβόνε (18€). Σωστά μαγειρεμένες οι παπαρδέλες, μεστές και νόστιμες δέσανε με το σιγομαγειρεμένο μοσχάρι και την καθόλου νερουλή σαλτσούλα που το περιέλουσε.

Για το τέλος κρατήσαμε το φιλέτο προβατίνας (17€ τα 400 γραμμάρια) που κατέκτησε με συνοπτικές διαδικασίες τον θρόνο των προτιμήσεων μας ως το καλύτερο πιάτο. Ζουμερότατη και πάρα πολύ νόστιμη είχε ψηθεί μαεστρικά κρατώντας μέχρι τελευταίας μπουκιάς το γευστικό της κάλλος. Για το τέλος από τον κατάλογο με τα επιδόρπια διαλέξαμε το hazelnut προφιτερόλ (9€) με τα τραγανά choux να μοιάζουν με παραδεισένιες μπουκιές βουτηγμένες σε μια μικρή λαχταριστή λιμνούλα σοκολάτας.