Το σύνδρομο του «να κανονίσουμε καφέ» που δεν γίνεται ποτέ
Το λέμε όλοι, το εννοούμε… περίπου, και μετά δεν συμβαίνει ποτέ. Γιατί το «να κανονίσουμε καφέ» έχει γίνει το νέο «τα λέμε»;
Το λέμε όλοι, το εννοούμε… περίπου, και μετά δεν συμβαίνει ποτέ. Γιατί το «να κανονίσουμε καφέ» έχει γίνει το νέο «τα λέμε»;
Υπάρχει μια φράση που λειτουργεί σαν κοινωνικό νόμισμα στις ενήλικες ζωές μας: «Να κανονίσουμε καφέ». Τη λες όταν πετυχαίνεις έναν παλιό φίλο τυχαία στον δρόμο, τη γράφεις σε μήνυμα όταν ξαναβρίσκεις μια γνωριμία στο Instagram, τη ρίχνεις στο τέλος μιας κουβέντας που πήγε καλά σαν υπόσχεση ότι θα υπάρξει και συνέχεια. Και συνήθως εκεί ακριβώς μένει: στην υπόσχεση.
Δεν είναι ότι δεν συμπαθείς τον άλλον, ούτε ότι δεν θα ήθελες πραγματικά να τον δεις. Απλώς το «να κανονίσουμε καφέ» έχει μετατραπεί σε μια περίεργη κοινωνική σύμβαση, μια πρόθεση που υπάρχει κυρίως εκεί, στο επίπεδο της πρόθεσης.
Αν το καλοσκεφτείς, η φράση αυτή δεν είναι ακριβώς υπόσχεση. Είναι περισσότερο ένας κομψός τρόπος να πεις «χάρηκα που σε είδα» ή «θα ήθελα να κρατήσουμε επαφή», χωρίς να χρειαστεί εκείνη τη στιγμή να ανοίξει η συζήτηση για ημερομηνίες, ώρες και προγράμματα.
Το «να κανονίσουμε» αφήνει τα πάντα ανοιχτά και ευχάριστα αόριστα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη μέρα, δεν υπάρχει συγκεκριμένο μέρος. Η φράση λειτουργεί σαν μια μικρή γέφυρα προς το μέλλον, ένα μέλλον στο οποίο όλα είναι πιθανά αλλά τίποτα δεν είναι δεσμευτικό.
Ένας λόγος που τόσα καφεδάκια δεν συμβαίνουν ποτέ είναι απλός: οι ζωές μας δεν είναι απλώς γεμάτες, είναι σχεδόν ξέχειλες. Η καθημερινότητα είναι ένα συνεχές παζλ από δουλειές, υποχρεώσεις, μηνύματα που περιμένουν απάντηση, φίλους που βλέπουμε λιγότερο συχνά απ’ όσο θα θέλαμε, και προσπάθειες να συντονιστούν προγράμματα. Μέσα σε αυτό το χάος, κάθε νέα συνάντηση χρειάζεται και νέο συντονισμό: να βρεθεί κοινή μέρα, να ταιριάξουν τα ωράρια, να μην πέσει πάνω σε μια άλλη υποχρέωση που ήδη περιμένει στη γωνία.
Υπάρχει και κάτι ακόμα, πιο διακριτικό αλλά εξίσου καθοριστικό: το περίφημο timing. Αν γράψεις αμέσως «πότε είσαι ελεύθερος;», υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί να ακουστεί κάπως πιεστικό. Αν περιμένεις λίγες μέρες, αρχίζει να μοιάζει λίγο αργά. Κι αν περάσει μια εβδομάδα, το μήνυμα μοιάζει παράταιρο, σαν να το θυμήθηκες ξαφνικά.
Έτσι, η στιγμή που θα μπορούσε να μετατρέψει την πρόθεση σε πραγματικό σχέδιο περνάει συχνά χωρίς να το καταλάβεις. Η κουβέντα συνεχίζεται για λίγο με κανά-δυο reels, εκατέρωθεν καρδούλες, ίσως με μια απάντηση σε κάποιο story, μέχρι που η επικοινωνία ξεθωριάζει τόσο διακριτικά που δεν υπάρχει καν σαφές τέλος. Ο καφές απλώς δεν συμβαίνει.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι τις περισσότερες φορές το «να κανονίσουμε» δεν είναι ψέμα. Τη στιγμή που το λες, η ιδέα σου φαίνεται πραγματικά ωραία. Φαντάζεσαι μια χαλαρή κουβέντα, έναν καφέ σε κάποιο ήσυχο τραπεζάκι, μια μικρή παύση από τη ρουτίνα της εβδομάδας. Είναι μια ειλικρινής σκέψη που γεννιέται μέσα σε μια καλή στιγμή. Απλώς η καθημερινότητα έχει έναν τρόπο να καταπίνει αυτές τις μικρές, καλές προθέσεις. Δεν ακυρώνεις το σχέδιο. Απλώς δεν φτάνεις ποτέ μέχρι το σημείο να το πραγματοποιήσεις.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει και ένας ακόμα λόγος που το φαινόμενο αυτό μοιάζει όλο και πιο συχνό. Οι κοινωνικοί μας κύκλοι έχουν μεγαλώσει, αλλά οι πραγματικές μας συναντήσεις δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό. Μέσα από τα social media διατηρούμε μια μορφή επαφής με ανθρώπους με τους οποίους παλιότερα ίσως να είχαμε χαθεί τελείως. Βλέπουμε τι κάνουν, ανταλλάσσουμε καμιά κουβέντα, σχολιάζουμε πού και πού μια φωτογραφία ή ένα story. Υπάρχει μια αίσθηση εγγύτητας, χωρίς όμως την συχνότητα συναντήσεων που χαρακτήριζε τις φιλίες άλλων εποχών.
Σε αυτό το περιβάλλον, το «να κανονίσουμε καφέ» λειτουργεί σχεδόν σαν μια μικρή επιβεβαίωση ότι η σχέση υπάρχει ακόμη, έστω και στη χαλαρή της μορφή. Μπορεί να μη φτάσει ποτέ μέχρι το τραπεζάκι ενός καφέ, αλλά εξακολουθεί να δηλώνει ότι η πόρτα της επικοινωνίας παραμένει ανοιχτή.
Αν υπάρχει ένα μικρό μυστικό για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, αυτό είναι μάλλον απλό: κάποιος πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα και να μετατρέψει την πρόθεση σε κάτι συγκεκριμένο.
Οι περισσότερες συναντήσεις που τελικά συμβαίνουν δεν ξεκινούν από μια γενική υπόσχεση για «κάποια στιγμή». Ξεκινούν από μια απλή, πρακτική ερώτηση. Η διαφορά ανάμεσα στο «να κανονίσουμε» και στο «την Τρίτη το απόγευμα είσαι;» είναι τελικά τεράστια.
Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν χρειάζεται να το παίρνουμε και τόσο δραματικά. Το «να κανονίσουμε καφέ» είναι μερικές φορές απλώς ένας τρόπος να κρατάμε τις πόρτες μισάνοιχτες. Μια μικρή χειρονομία που αφήνει χώρο για μια μελλοντική πιθανότητα, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε αν θα φτάσουμε ποτέ μέχρι εκεί.
Και μέσα σε όλα αυτά τα καφεδάκια που δεν έγιναν, υπάρχουν πάντα και μερικά που τελικά συμβαίνουν. Συνήθως εκείνα που ξεκίνησαν με μια πολύ απλή φράση: «Αύριο έχεις χρόνο για έναν καφέ;»