Τι είναι η συναισθηματική διαθεσιμότητα και γιατί την ψάχνουν όλοι;
Θέλεις σχέση, αλλά όχι με κάποιον που εξαφανίζεται στο πρώτο δύσκολο μήνυμα. Καλώς ήρθες στην εποχή της συναισθηματικής διαθεσιμότητας.
Θέλεις σχέση, αλλά όχι με κάποιον που εξαφανίζεται στο πρώτο δύσκολο μήνυμα. Καλώς ήρθες στην εποχή της συναισθηματικής διαθεσιμότητας.
Κάποτε, στα αθώα χρόνια του dating, ρωτούσαμε αν ο άλλος είναι ελεύθερος. Μετά μάθαμε πως το «ελεύθερος» δεν αρκεί, γιατί μπορεί κάποιος να μην έχει σχέση, αλλά να κουβαλάει αυτό που λέμε μπαγκάζια από προηγούμενες σχέσεις, φόβους, άλυτα δράματα, μικρά και μεγαλύτερα υπαρξιακά, και μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να απαντάει «χαχα ναι» όταν του λες κάτι δυσάρεστο. Κάπου εκεί μπήκε στη ζωή μας η συναισθηματική διαθεσιμότητα, αυτή η φράση που ακούγεται λίγο σαν όρος από σεμινάριο αυτοβελτίωσης, αλλά στην πραγματικότητα περιγράφει κάτι πολύ απλό: το αν ένας άνθρωπος μπορεί να είναι παρών συναισθηματικά σε μια σχέση.
Όχι τέλειος, όχι πάντα ψύχραιμος, ούτε μονίμως διαθέσιμος στο WhatsApp σαν customer support. Παρών.
Συναισθηματικά διαθέσιμος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αναγνωρίσει τι νιώθει, να το επικοινωνήσει με έναν σχετικά ξεκάθαρο τρόπο και να ακούσει και τα δικά σου συναισθήματα χωρίς να φύγει τρέχοντας προς μια νοητή (ή και όχι νοητή) έξοδο κινδύνου. Είναι εκείνος που δεν σε κάνει να νιώθεις ότι ζητάς υπερβολικά πολλά επειδή θέλεις συνέπεια, τρυφερότητα και συνεννόηση από τη σχέση σου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μιλάτε κάθε βράδυ για τα παιδικά σας τραύματα υπό το φως αρωματικού κεριού, ούτε ότι δεν θα υπάρχουν παρεξηγήσεις, σιωπές, αμηχανίες ή μέρες που κανείς σας δεν θα έχει το κουράγιο να αναλύσει τίποτα. Σημαίνει όμως ότι, όταν κάτι χρειάζεται να ειπωθεί, δεν θα πέφτει πάνω σε τσιμεντένιο τοίχο.
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα έχει να κάνει με την ικανότητα για οικειότητα, με το να αντέχεις να σε δει ο άλλος λίγο πιο αληθινό από όσο δείχνεις στα stories, με το να μπορείς να δεχτείς αγάπη χωρίς να την υπονομεύεις, και να δώσεις αγάπη χωρίς να τη μετράς με το σταγονόμετρο.
Μοιάζει με κάποιον που απαντάει σε μια δύσκολη κουβέντα αντί να εξαφανίζεται για τρεις εργάσιμες. Με κάποιον που μπορεί να πει «με τρόμαξε αυτό που είπες» αντί να το διακωμωδήσει. Με κάποιον που δεν υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει, αλλά και δεν κρύβεται πίσω από το «έτσι είμαι εγώ» κάθε φορά που πληγώνει τους γύρω του.
Μοιάζει επίσης με συνέπεια. Όχι με την βαρετή, Excel-ική έννοια της λέξης, αλλά με εκείνη την ήρεμη αίσθηση ότι ο άνθρωπος απέναντί σου δεν αλλάζει προσωπικότητα ανάλογα με τη φάση της Σελήνης. Δεν είναι τη Δευτέρα τρυφερός, την Τετάρτη παγετώνας και την Παρασκευή «δεν είμαι έτοιμος για κάτι σοβαρό» ενώ το Σάββατο σου στέλνει τραγουδάκια στις 3.17 το χάραμα.
Συναισθηματική διαθεσιμότητα είναι επίσης να μπορείς να κάνεις χώρο για τον άλλον χωρίς να εξαφανίζεις τον εαυτό σου. Να λες «σε θέλω» χωρίς να το μετατρέπεις σε συμβόλαιο αιώνιας δέσμευσης, αλλά και χωρίς να το χρησιμοποιείς σαν δόλωμα. Να μπορείς να ακούσεις «με πλήγωσες» χωρίς να απαντήσεις αμέσως «ναι, αλλά κι εσύ…».
Εδώ αρχίζουν τα γνώριμα φαντάσματα του inbox. Ο συναισθηματικά μη διαθέσιμος άνθρωπος μπορεί να είναι γοητευτικός, έξυπνος, αστείος, τρυφερός στις καλές του, και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να σταθεί σε μια σχέση με αμοιβαιότητα. Μπορεί να σε πλησιάζει όταν νιώθει ασφαλής και να απομακρύνεται μόλις τα πράγματα αρχίζουν να έχουν βάθος. Μπορεί να σου δίνει ψίχουλα προσοχής τόσο νόστιμα, που για λίγο τα περνάς για μπουφέ.
Συχνά αποφεύγει τις ξεκάθαρες κουβέντες. Λέει «δεν ξέρω τι θέλω» με τρόπο που κρατάει εσένα στην αναμονή και εκείνον στην έξοδο. Μιλάει πολύ για την ανάγκη του για ελευθερία, αλλά σπάνια για την ευθύνη που έχει όταν μπαίνει στη ζωή κάποιου άλλου. Δεν είναι απαραίτητα κακός άνθρωπος. Μπορεί να έχει πληγωθεί, να φοβάται, να μην έχει μάθει ποτέ να μιλάει για όσα νιώθει. Όλα αυτά εξηγούν τη συμπεριφορά του, δεν την κάνουν όμως λιγότερο κουραστική για σένα.
Το tricky κομμάτι είναι ότι η μη διαθεσιμότητα δεν φαίνεται πάντα από την αρχή. Μπορεί στην αρχή να υπάρχει χημεία, ένταση, καθημερινά μηνύματα, σχέδια, βλέμματα, εκείνο το ωραίο «κάτι γίνεται εδώ». Μετά, μόλις χρειαστεί λίγη συνέπεια ή λίγη ευαλωτότητα, πέφτει η αυλαία και μένεις να αναρωτιέσαι αν φταις εσύ, ο ανάδρομος ή το συλλογικό τραύμα της γενιάς σου.
Γιατί κουραστήκαμε. Από τα situationships, τα ghosting, τα «πάμε χαλαρά» που σημαίνουν «θέλω όλα τα καλά της σχέσης χωρίς καμία από τις ευθύνες της», τα ατελείωτα chats που πεθαίνουν πριν μετεξελιχθούν σε συναντήσεις, τις σχέσεις που σε κρατούν μονίμως σε επιφυλακή. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα έγινε ζητούμενο επειδή πολλοί άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως η χημεία από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί να είναι πυροτέχνημα ωραιότατο, αλλά δεν φωτίζει ένα σπίτι, πολλώ δε μάλλον τη ζωή σου.
Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή που μιλά περισσότερο για όρια, ψυχική υγεία, τραύματα, μοτίβα σχέσεων, attachment styles και όλα αυτά που κάποτε θα τα λέγαμε απλώς «έχω μπλέξει με λάθος άνθρωπο». Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε διάγνωση σε όποιον δεν απαντάει όπως θα θέλαμε. Σημαίνει όμως ότι έχουμε καλύτερες λέξεις για να περιγράψουμε κάτι που παλιά απλώς μας πλήγωνε ακαθόριστα.
Η πιο χρήσιμη ερώτηση δεν είναι μόνο «είναι ο άλλος συναισθηματικά διαθέσιμος;». Είναι και «είμαι εγώ;». Μπορώ να πω τι θέλω χωρίς να παίζω παιχνίδια; Μπορώ να ακούσω κάτι δύσκολο χωρίς να καταρρεύσω ή να επιτεθώ; Διαλέγω ανθρώπους που μπορούν να με συναντήσουν ή κυνηγάω διαρκώς εκείνους που φεύγουν; Μήπως μπερδεύω την ηρεμία με βαρεμάρα επειδή έχω συνηθίσει να βαφτίζω έρωτα το άγχος;
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα είναι δεξιότητα, και μαθαίνεται. Με αυτογνωσία, με θεραπεία αν τη χρειάζεσαι και μπορείς, με ειλικρινείς κουβέντες, με μικρές πράξεις συνέπειας. Κυρίως, με την απόφαση ότι δεν θέλεις πια σχέσεις στις οποίες πρέπει να αποκρυπτογραφείς τον άλλον λες κι αυτός είναι αρχαία επιγραφή κι εσύ ο Ιντιάνα Τζόουνς.