Πώς καταλαβαίνεις ότι απλώς δεν σου αρέσει ο άλλος (και δεν φταις εσύ)

Δεν είναι πάντα φόβος δέσμευσης, τραύμα ή αυτοσαμποτάζ. Μερικές φορές, η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή: Δεν σου αρέσει αρκετά.

Πώς καταλαβαίνεις ότι απλώς δεν σου αρέσει ο άλλος (και δεν φταις εσύ)

 

Σύμφωνα με την σύγχρονη τάση ψυχολογικοποίησης των πάντων, τα γκομενικά σου χρήζουν όλα απαρεγκλίτως θεραπείας: Δεν πεταρίζει η καρδούλα σου όταν τον βλέπεις τον άλλο; Το attachment style σου θα φταίει. Βαριέσαι με τα μηνύματά του; Μάλλον φοβάσαι την οικειότητα. Δεν ψήνεις να βγεις δεύτερο ραντεβού; Προφανώς σαμποτάρεις τον εαυτό σου επειδή, βαθιά μέσα σου, δεν πιστεύεις ότι αξίζεις την αγάπη.

Και εντάξει, όλα αυτά συμβαίνουν καμιά φορά. Άλλες φορές, όμως, περισσότερες, το πράγμα είναι πολύ λιγότερο δραματικό και πολύ περισσότερο ανθρώπινο: Δεν σου αρέσει ο άλλος. Και όχι, αυτό δεν σε κάνει κακό άνθρωπο, ρηχό άτομο ή emotional disaster. Σε κάνει απλώς άνθρωπο με γούστα, ένστικτο και όρια.

Όταν δίνεις χρόνο… και μετά ξαναδίνεις χρόνο

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια είναι πως συνεχίζεις να δίνεις πίστωση χρόνου σε κάτι που μέσα σου έχει ήδη κριθεί. Λες πράγματα όπως «είναι καλό παιδί», «έχει όλα όσα ζητάω», «λογικά θα μου αρέσει στην πορεία», «μην είμαι και παράλογος/η». Κι όμως, όσο κι αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου, η σπίθα δεν ανάβει.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα: Επειδή ο άλλος φαίνεται αντικειμενικά σωστός, νιώθεις ότι το πρόβλημα είσαι εσύ που δεν συγκινείσαι. Μόνο που η έλξη δεν λειτουργεί σαν εξελόφυλλο. Δεν αρκεί να τικάρει κάποιος τα κουτάκια για να θέλεις να τον φιλήσεις, να τον δεις, να τον ακούσεις να σου λέει πώς πέρασε τη μέρα του.

Η επικοινωνία σε κουράζει

Όταν σου αρέσει κάποιος, ακόμα και η πιο ανούσια κουβέντα μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον. Όχι επειδή έγινε ξαφνικά σπουδαία, αλλά επειδή τη λέει εκείνος. Όταν δεν σου αρέσει, συμβαίνει το αντίστροφο: Ακόμα και μια χαρά συζήτηση σου φαίνεται αγγαρεία.

Βλέπεις το όνομά του στο κινητό και δεν χαμογελάς, αναστενάζεις ελαφρώς. Απαντάς από ευγένεια, όχι από λαχτάρα. Αφήνεις τα μηνύματα να κάθονται, όχι επειδή παίζεις παιχνίδια, αλλά επειδή ειλικρινά δεν σε πολυνοιάζει να συνεχιστεί η κουβέντα. Και κάθε φορά που κανονίζετε να βρεθείτε, νιώθεις πως πρέπει πρώτα να προετοιμαστείς ψυχολογικά.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα ένδειξη ότι «φοβάσαι το καλό που σου έρχεται». Μπορεί απλώς να είναι ότι το καλό αυτό δεν είναι για σένα.

 

Ψάχνεις συνεχώς λόγους για να ακυρώσεις

Έχεις προσέξει ότι λίγο πριν βρεθείτε σε πιάνει μια ανεξήγητη κούραση; Ότι ξαφνικά θυμάσαι πόσο ωραία είναι η μοναξιά σου, το σπίτι σου, η φίλη σου, η σειρά σου, το καθάρισμα του μπάνιου, κυριολεκτικά οτιδήποτε άλλο; Αυτό κάτι λέει.

Για κάποιον που σου αρέσει, συνήθως βρίσκεις χρόνο, ακόμα κι αν η εβδομάδα σου είναι τίγκα. Για κάποιον που δεν σου αρέσει αρκετά, ακόμα και το πιο χαλαρό ποτό μοιάζει με υποχρέωση που μετακινείς στο ημερολόγιο μπας και ξεχαστεί. Κι αν νιώθεις συχνά ανακούφιση όταν τελικά ακυρώνεται ένα ραντεβού, αυτό είναι από μόνο του μια νέον πινακίδα που αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια σου.

Πώς το έλεγε να δεις η Cher

Μερικές φορές το σώμα καταλαβαίνει πριν από το μυαλό. Αν αποφεύγεις διαρκώς τη σωματική επαφή, αν τραβιέσαι έστω και ανεπαίσθητα, αν το φιλί μοιάζει περισσότερο με διαδικαστικό βήμα παρά με κάτι που θέλεις να συμβεί, τότε μάλλον κάτι δεν κουμπώνει.

Και όχι, δεν χρειάζεται ο άλλος να σε απωθεί για να μετρήσει. Αρκεί και το να σε αφήνει ελαφρώς αδιάφορο/η. Το «δεν με χαλάει» δεν είναι το ίδιο με το «το θέλω». Ούτε το «μια χαρά ήταν» είναι το ίδιο με το να σκέφτεσαι τα χείλη του άλλου ενώ πλένεις πιάτα, περπατάς στον δρόμο ή προσπαθείς να κοιμηθείς σαν άνθρωπος.

Σου αρέσει η ιδέα, όχι ο ίδιος ο άνθρωπος

Αυτό είναι ύπουλο. Μπορεί να σου αρέσει που σε θέλει. Μπορεί να σου αρέσει ότι είναι διαθέσιμος, σταθερός, τρυφερός, συνεννοήσιμος. Μπορεί να σου αρέσει που «θα ήταν καλή σχέση». Μπορεί να σου αρέσει ότι θα έλυνε το πρόβλημα της μοναξιάς, της αναζήτησης, της αβεβαιότητας.

Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν αναγκαστικά ότι σου αρέσει ο ίδιος.

Σου αρέσει να έχεις κάποιον. Σου αρέσει η προοπτική. Σου αρέσει που η ιστορία αυτή θα μπορούσε να είναι βολική, σωστή, καθησυχαστική. Αλλά όταν σταματήσεις να κοιτάς το πακέτο και κοιτάξεις τον άνθρωπο, μέσα σου δεν γίνεται τίποτα ιδιαίτερο. Κι όσο σκληρό κι αν ακούγεται, αυτό είναι καλό να το παραδεχτείς νωρίς, πριν επενδύσετε και οι δύο σε κάτι που δεν θα πάει πουθενά.

Συγκρίνεις συνέχεια, και όχι υπέρ του

Δεν μιλάμε απαραίτητα για πρώην. Μιλάμε για όλους και όλα. Για το πόσο πιο ωραία περνάς με τους φίλους σου, για το πόσο πιο άνετα νιώθεις μόνος/η σου, για το πόσο πιο πολύ σε είχε τραβήξει εκείνο το άτομο που γνώρισες τυχαία πριν μήνες και δεν έγινε ποτέ τίποτα. Όταν ο άλλος χάνει διαρκώς σε εσωτερικές συγκρίσεις, κάτι λέει κι αυτό.

Και όχι, αυτό δεν είναι άδικο. Άδικο είναι να το βλέπεις και να επιμένεις επειδή «δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να το κόψεις». Το «δεν μου βγαίνει» είναι σοβαρός λόγος. Το «δεν τον θέλω όσο θα ήθελα να τον θέλω» επίσης.

Νιώθεις ενοχή αντί για προσμονή

Το πιο βασανιστικό κομμάτι σε αυτές τις περιπτώσεις είναι συχνά η ενοχή. Ειδικά αν ο άλλος είναι γλυκός, συνεπής, διαθέσιμος και σου φέρεται όμορφα. Τότε αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι είσαι αχάριστος/η, προβληματικός/ή, άνθρωπος που δεν ξέρει να εκτιμά.

Μόνο που η ευγνωμοσύνη δεν είναι ερωτική έλξη. Και η καλοσύνη του άλλου, όσο πολύτιμη κι αν είναι, δεν δημιουργεί αυτόματα επιθυμία. Δεν χρωστάς σε κανέναν ερωτικό ενδιαφέρον επειδή φέρθηκε σωστά. Του χρωστάς μόνο ειλικρίνεια –και την αξιοπρέπειά του.

Δεν φταις εσύ, αλλά δεν φταίει και εκείνος/η

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο. Το ότι δεν σου αρέσει κάποιος δεν σημαίνει ότι έχει κάποιο ελάττωμα που πρέπει να εντοπίσεις για να δικαιολογήσεις την αποχώρησή σου. Δεν χρειάζεται να βρεις ότι είναι βαρετός, ότι λέει σαχλαμάρες, ότι φιλάει περίεργα, ότι είναι «λίγος». Μπορεί να είναι υπέροχος. Απλώς όχι για σένα.

Και ξέρεις κάτι; Αυτό είναι πολύ πιο γενναίο να το παραδεχτείς από το να μπλέκεις τον άλλον σε ένα θολό τοπίο ημι-ενδιαφέροντος, όπου εσύ ελπίζεις να σου έρθει το συναίσθημα αργότερα κι εκείνος πιθανότατα επενδύει ήδη.

Δεν φταις που δεν έγινε το κλικ. Όπως δεν φταις που δεν σου αρέσει ο κόλιανδρος, οι ταινίες με ζόμπι ή οι άνθρωποι που γράφουν «καλημερούδια». Η συμπάθεια, η εκτίμηση και η χημεία είναι τρία διαφορετικά πράγματα. Το να υπάρχουν τα δύο πρώτα δεν εγγυάται το τρίτο.

Ωραία, το κατάλαβες, τι κάνεις τώρα;

Το πιο τίμιο που μπορείς να κάνεις είναι να μην το τραβήξεις από τα μαλλιά. Όχι άλλο ένα ραντεβού «για να δεις». Όχι άλλο ένα φιλί «μήπως σου βγει». Όχι άλλο ένα μισόλογο που θα κρατήσει τον άλλον standby. Μια καθαρή, ευγενική, ώριμη στάση είναι αρκετή.

Δεν χρειάζεται σκληρότητα, ούτε ανάλυση δέκα παραγράφων. Χρειάζεται καθαρότητα. Να πεις, με δυο λόγια, ότι δεν νιώθεις αυτό που θα ήθελες να νιώθεις και ότι δεν θέλεις να τον ταλαιπωρείς τζάμπα. Είναι άβολο, ναι. Αλλά πολύ λιγότερο άβολο από το να σέρνεται επί εβδομάδες ή μήνες μια ιστορία που έχει λήξει πριν καλά καλά αρχίσει.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν είναι αποτυχία να μη σου αρέσει κάποιος. Αποτυχία είναι να μην το παραδέχεσαι ούτε στον εαυτό σου, και να το βαφτίζεις «μπέρδεμα», «κακή φάση», «timing», «άγχος» ή «δεν ξέρω τι έχω». Καμιά φορά ξέρεις πολύ καλά τι έχεις. Απλώς δεν σου αρέσει η απάντηση.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v