Η χαρά του μέτριου: Γιατί δεν χρειάζεται όλα να είναι «τέλεια»

Κουράστηκες να προσπαθείς να τα κάνεις όλα άψογα; Ίσως το πρόβλημα να μην είναι ότι δεν φτάνεις την τελειότητα… αλλά ότι αυτή υπάρχει μόνο στο μυαλό σου.

Η χαρά του μέτριου: Γιατί δεν χρειάζεται όλα να είναι «τέλεια»

Υπάρχει μια σιωπηλή απαίτηση που πλανάται πάνω από τη ζωή μας: Να είμαστε τέλειοι σε όλα. Αν μάλιστα το καλοσκεφτείς, το «τέλειο» έχει γίνει το default. Τέλειο σώμα, τέλεια καριέρα, τέλεια σχέση, τέλειο σπίτι, τέλεια διαχείριση χρόνου. Το να είσαι απλώς επαρκής σε ό,τι κάνεις δεν αρκεί: Πρέπει να εξελίσσεσαι, να βελτιώνεσαι, να ξεπερνάς τον εαυτό σου κάθε μέρα. Κι εκεί κάπου ανάμεσα σε στόχους και λίστες με ατελείωτες υποχρεώσεις, χάνουμε τον εαυτό μας.

Το πρόβλημα δεν είναι η φιλοδοξία

Δεν είναι κακό να θέλεις να κάνεις τα πράγματα καλά. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν το «καλά» σημαίνει «άψογα». Όταν ένα λάθος μοιάζει απόδειξη ανεπάρκειας. Όταν η ξεκούραση σε κάνει να νιώθεις ένοχος/η. Όταν η χαρά αναβάλλεται μέχρι να πετύχεις τον επόμενο στόχο που κυνηγάς. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως η τελειότητα δεν έχει γραμμή τερματισμού. Μόλις φτάσεις κάπου, ο πήχης ανεβαίνει. Κι εσύ συνεχίζεις να τρέχεις, όχι γιατί χαίρεσαι τη διαδρομή, αλλά γιατί αν σταματήσεις, δεν θα τα έχεις κάνει όλα τέλεια.

Το μέτριο ως χώρος ανάσας

Υπάρχει μια παράξενη ηρεμία στο να λες «αυτό αρκεί». Να παραδώσεις κάτι που είναι σωστό, χωρίς να το στύψεις μέχρι να χάσει τη χαρά του. Να πας για ποτό χωρίς να είναι η «καλύτερη έξοδος της χρονιάς». Να κάνεις μια προπόνηση μέτρια και να μην τη διαγράψεις σαν αποτυχία. Το μέτριο δεν είναι μιζέρια. Είναι αυτό που σου δίνει τον χώρο που χρειάζεσαι για να πάρεις μια ανάσα, για να βαρεθείς, να χαλαρώσεις, να υπάρξεις χωρίς να αποδεικνύεις κάτι. Και αυτό, σε μια εποχή που όλα μετριούνται με όρους απόδοσης και παραγωγικότητας, είναι σχεδόν επαναστατικό.

Η κρυφή γοητεία του «αρκετά καλού»

Ένας όρος που κυκλοφορεί τελευταία στην ποπ ψυχολογία του διαδικτύου και μπορεί κάπου να τον έχει πάρει το μάτι σου είναι το “good enough”, το αρκετά καλό δηλαδή, όχι ως παραίτηση, αλλά ως υγιές όριο. Δεν χρειάζεται ό,τι κάνεις να είναι τέλειο για να το μετρήσεις για καλό. Ούτε χρειάζεται να είναι εντυπωσιακό για να έχει αξία.

Σκέψου τις πιο όμορφες στιγμές σου. Ήταν όλες άψογα σκηνοθετημένες; Ή μήπως ήταν λίγο αδέξιες, λίγο απρογραμμάτιστες, λίγο… ανθρώπινες; Και μήπως ήταν ακριβώς αυτή η έλλειψη τελειότητας που τις κάνει αξέχαστες;

Όταν η τελειότητα γίνεται ταυτότητα

Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβεις, η τελειότητα παύει να είναι στόχος και γίνεται ταυτότητα. «Εγώ είμαι αυτή/ός που τα κάνει όλα σωστά». Και τότε το λάθος δεν είναι απλώς ένα λάθος, είναι ρωγμή στην εικόνα σου, εκείνη που με τόσο κόπο έχεις χτίσει για τους άλλους. Οι άνθρωποι, όμως δεν είμαστε εικόνες, είμαστε ζωντανές διαδικασίες, κι έχουμε φάσεις που αποδίδουμε και φάσεις που απλά επιβιώνουμε, κι επίσης μέρες δημιουργικές και άλλες απολύτως αδιάφορες. Το να επιτρέψεις στον εαυτό σου να είναι μέτριος σε κάτι, είναι ένας τρόπος να του θυμίσεις ότι δεν χρειάζεται να λειτουργεί διαρκώς λες και είναι project.

Μήπως τελικά το «οκ» είναι αρκετό;

Δεν χρειάζεται κάθε γεύμα να είναι γκουρμέ, ούτε κάθε συζήτηση να είναι βαθιά. Δεν χρειάζεται κάθε χρονιά να είναι καθοριστική. Οι περισσότερες μέρες της ζωής μας είναι απλώς κανονικές. Και ίσως εκεί κρύβεται η σταθερότητα που μας κρατά όρθιους.

Η χαρά του μέτριου σε αφήνει να χαλαρώσεις τους ώμους σου, να κατεβάσεις τον πήχη λίγο χαμηλότερα, να πεις «έκανα ό,τι μπορούσα» και να το εννοείς. Και καμιά φορά, αυτό είναι πιο υγιές από οποιαδήποτε τελειότητα.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v