Μήπως κούρασαν λίγο τα ελληνικά μπιστρο-γαστρο-κουτουκο-μπαρ;
Κάπου ανάμεσα στα γαστροκαφενεία, τις γαστροταβέρνες και τα γαστροκουτούκια, χάσαμε την μπάλα μάλλον.
Κάπου ανάμεσα στα γαστροκαφενεία, τις γαστροταβέρνες και τα γαστροκουτούκια, χάσαμε την μπάλα μάλλον.
Τα τελευταία χρόνια στις δημοφιλείς πιάτσες της Αθήνας μοιάζει να έχει στηθεί ένα σχεδόν πανομοιότυπο σκηνικό: ίδιο γαστρο-concept, ίδια αισθητική, ίδιο λεξιλόγιο στον κατάλογο. Μωσαϊκό στο πάτωμα, πλακάκι μπάνιου στους τοίχους, μαύρα μεταλλικά φωτιστικά, λίγο μάρμαρο για στιλ και ένα όνομα ξένο, γραμμένο όμως με ελληνικούς χαρακτήρες για να δείχνει «ψαγμένο».
Το πρόβλημα δεν είναι η δημιουργικότητα. Κανείς δεν θα πει όχι σε μια σύγχρονη ματιά στην ελληνική κουζίνα. Το θέμα είναι όταν η δημιουργικότητα γίνεται μανιέρα. Όταν κάθε καινούργιο μαγαζί μοιάζει να έχει βγει από το ίδιο καλούπι. Όταν ανοίγεις τον κατάλογο και ξέρεις ήδη τι θα δεις: ντοματοκεφτέδες με αφρό φέτας, πατάτες με aioli «καπνιστής πιπεριάς», χόρτα με vinaigrette εσπεριδοειδών, αποδομημένο κατσικάκι της γιαγιάς και φυσικά κάποιο σεβίτσε.
Και ύστερα έρχεται και ο λογαριασμός. Δεκαεπτά ευρώ για ντοματοκεφτέδες. Δεκατέσσερα για μια χωριάτικη «αποδομημένη» ή για φάβα με δεν ξέρω και ‘γω τι πάνω της. Α, και δώδεκα ευρώ το τσίπουρο και οκτώ η craft μπίρα.
Δεν είναι θέμα τσιγκουνιάς. Να τα δώσω τα λεφτά. Είναι θέμα φιλοσοφίας. Όταν ένα πιάτο που παραδοσιακά ήταν μεζές της παρέας μετατρέπεται σε γκουρμέ εμπειρία με τιμή κυρίως πιάτου, αναπόφευκτα δημιουργείται μια απόσταση.
Και όμως, ο κόσμος συνεχίζει να γεμίζει αυτά τα μαγαζιά. Θες γιατί είναι όμορφα; Θες γιατί τα social media αποτελούν πλέον τον καλύτερο «κράχτη»; Θες γιατί γενικά μας αρέσει να νιώθουμε ότι συμμετέχουμε σε κάτι που είναι «της μόδας»;
Όμως βαθιά μέσα μας, μάλλον αναζητάμε κάτι πολύ πιο απλό: μια ταβέρνα που δεν χρειάζεται επεξηγηματικό κείμενο για κάθε πιάτο. Έναν ντοματοκεφτέ που να μυρίζει τηγανίλα και καλοκαίρι, διάολε. Ένα κανονικό κατσίκι στη γάστρα, μερακλίδικο και ωραίο. Ένα περιβάλλον που δεν μοιάζει με σκηνή θεάτρου, αλλά είναι αυθεντικό.
Δεν είναι όλα τα «γαστρο-» ίδια, ούτε όλα υπερτιμημένα. Υπάρχουν εξαιρετικές δουλειές εκεί έξω και σεφ που το λέει η καρδιά τους και φτιάχνουν όντως ωραία πιάτα. Αλλά όταν η τάση γίνεται κανόνας, τότε η αυθεντικότητα αρχίζει να μοιάζει με είδος προς εξαφάνιση.
Μπορεί τελικά αυτό που μας έχει κουράσει δεν είναι η εξέλιξη της ελληνικής κουζίνας, αλλά το γεγονός ότι πληρώνουμε περισσότερο για το concept παρά για τη γεύση.