ΔΙΑΤΡΟΦΗΔΙΑΤΡΟΦΗ & ΥΓΕΙΑ

Στέβια εναντίον Ασπαρτάμης: Ποια υπερέχει και γιατί;

Βάζουμε στο μικροσκόπιο τις δύο δημοφιλείς γλυκαντικές ουσίες και αναλύουμε τα υπέρ και τα κατά της καθεμίας για την υγεία.

Στέβια εναντίον Ασπαρτάμης: Ποια υπερέχει και γιατί;

Γράφει η Χριστίνα Αλεξοπούλου – Διατροφολόγος https://paidi-diatrofi.gr/

Τα γλυκαντικά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διατροφικής καθημερινότητας όσων θέλουν να περιορίσουν τις θερμίδες αλλά αγαπούν την γλυκιά γεύση της ζάχαρης. Δύο από αυτά, τα πιο δημοφιλή είναι η στέβια και η ασπαρτάμη.

Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά της καθεμίας;

Στέβια

Εναλλακτικά γλυκαντικά της ζάχαρης υπάρχουν πολλά. Η στέβια αποτελεί μία νέα, πολλά υποσχόμενη φυσική γλυκαντική ουσία με καταγωγή από τη Νότια Αμερική. Είναι ένα μικρό βότανο που εδώ και πολλά χρόνια χρησιμοποιείται από τοπικές φυλές Ινδιάνων ως γλυκαντικό και θεραπευτικό φυτό. Η φυλή Γκουαράνι της Παραγουάης θεωρείται η πρώτη που ανακάλυψε τις γλυκαντικές ιδιότητες της στέβια.

Η στέβια είναι ένα εντελώς καινούργιο είδος φυτού για την Ελλάδα, άγνωστο στη χώρα μας μέχρι το 2005, όταν το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας άρχισε συστηματική επιστημονική έρευνα, την οποία και συνεχίζει σε συνεργασία με διάφορους φορείς. Είναι ένα πολυετές, πολύκλαδο και ποώδες φυτό, που ζει ή καλλιεργείται αλλού ως ετήσιο και αλλού για 3-7 χρόνια, όπως και στην Ελλάδα.

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ανεπιθύμητες δράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό και η EFSA (European Food Safety Authority) το Απρίλιο του 2010 ανακοίνωσε πως παράγωγα του φυτού Στέβια είναι απολύτως ασφαλή για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Εκτός από τη γλυκά της γεύση, η στέβια αποτελεί πηγή ωφέλιμων φυτοχημικών ουσιών, όπως η χλωροφύλλη και οι φυτοστερόλες. Ένα ακόμη πλεονέκτημά της είναι πως είναι ανθεκτική σε θερμοκρασίες έως και 200 βαθμούς, ιδιότητα που επιτρέπει τη χρήση της και στη μαγειρική, σε αντίθεση με την ασπαρτάμη.

Πρόκειται για μία ουσία που είναι 150 έως 300 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, χωρίς καθόλου θερμίδες, μηδέν υδατάνθρακες, μηδέν γλυκαιμικό δείκτη (G.I.) και μηδέν γλυκαιμικό φορτίο (G.L.) σε αντίθεση με την κοινή ζάχαρη ή άλλες θερμιδογόνες γλυκαντικές ουσίες (φρουκτόζη, μέλι , σιρόπι αγαύης κ.α). Λόγω του μηδενικού γλυκαιμικού δείκτη και του μηδενικού γλυκαιμικού φορτίου της, η στέβια είναι κατάλληλη για διαβητικούς τύπου 2.

Ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) χαρακτηρίζει την στέβια ως GRAS («γενικά αναγνωρισμένη ως ασφαλής»), ενώ η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων ( EFSA) τονίζει ότι «δεν είναι καρκινογόνος, δεν είναι τοξική και δεν είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη αναπαραγωγή».

Ημερήσια πρόσληψη στέβιας

Ως ημερήσια δοσολογία ορίζονται τα 5.6 – 6.8 mg/kg σωματικού βάρους/ ημέρα για τους ενήλικες και 1.7 – 16.3 mg/kg σωματικού βάρους/ ημέρα για παιδιά ηλικίας 1-14 ετών.

Βοηθάει στο αδυνάτισμα;

Η δραστική ουσία της στέβιας είναι η στεβιόλη, η οποία κάνει την στέβια 40 φορές πιο γλυκιά από την ζάχαρη ως φύλλο και έως και 300 φορές πιο γλυκιά από την ζάχαρη ως εκχύλισμα (Ρεμπιάνα). Η ιδιότητά της αυτή έχει ως αποτέλεσμα να απαιτείται πολύ μικρή ποσότητα, χωρίς αυτή να προσφέρει θερμίδες. Επομένως, όταν χρησιμοποιείται αντί της κοινής ζάχαρης ή άλλων επίσης θερμιδογόνων γλυκαντικών υλών (π.χ. φρουκτόζη, μέλι, σιρόπι αγαύης κ.ά.), περιορίζει την ενεργειακή πρόσληψη και έτσι συμβάλλει θετικά στην προσπάθεια ελέγχου των περιττών κιλών. Πρέπει, όμως, να γίνει απολύτως κατανοητό ότι η στέβια αποτελεί απλώς και μόνο βοήθημα περιορισμού των θερμίδων από πηγές σακχάρων και όχι κάποια ουσία που αδυνατίζει χωρίς να προσέχουμε γενικότερα τη διατροφή μας.

Είναι κατάλληλη για τους διαβητικούς;

Διάφορες προκαταρκτικές μελέτες έχουν δείξει ότι η στέβια μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους διαβητικούς αντί της ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ουσιών, γιατί μεταβολίζεται στον οργανισμό, χωρίς να επηρεάζει ιδιαίτερα το σάκχαρο του αίματος και χωρίς να απαιτεί την παραγωγή ινσουλίνης. Εντούτοις, επειδή είναι άγνωστο το εάν βελτιώνει μακροπρόθεσμα το γλυκαιμικό έλεγχο, τα διαβητικά άτομα θα πρέπει να συμβουλεύονται οπωσδήποτε το γιατρό τους πριν αποφασίσουν να την εντάξουν συστηματικά στο καθημερινό τους διαιτολόγιο.

Ασπαρτάμη

H ασπαρτάμη είναι επίσης γνωστή ως Nutra-Sweet, Εqual, Sanecta,  Canderel ή απλώς ως υποκατάστατο ζάχαρης. Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα «ολιγοθερμιδικά» ή «μη θερμιδογόνα» ή «έντονης γλυκύτητας» τεχνητά γλυκαντικά που προστίθενται ως υποκατάστατα της ζάχαρης σε τρόφιμα και ποτά με βάση τη σχετική νομοθεσία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκει στα Πρόσθετα Τροφίμων και έχει Κωδικό Αριθμό Ε951.

Η ασπαρτάμη συντίθεται από δύο αμινοξέα (δομικά συστατικά των πρωτεϊνών), το ασπαρτικό οξύ και τη φαινυλαλανίνη. Αποδίδει 4 θερμίδες ανά γραμμάριο, αλλά έχει πολύ έντονη γλυκαντική δράση, αφού είναι περίπου 200 φορές πιο γλυκιά από την κοινή ζάχαρη, οπότε προστίθεται σε πολύ μικρές ποσότητες και τελικά προσδίδει ελάχιστες θερμίδες. Εξαιτίας αυτής της ιδιότητας συχνά προτείνεται η χρήση της στη θέση της ζάχαρης στα άτομα που θέλουν να μειώσουν ή να διατηρήσουν το βάρος τους ή που έχουν σακχαρώδη διαβήτη.

Η ασφάλεια της ασπαρτάμης έχει υπάρξει αντικείμενο επιστημονικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, αμφισβήτησης από μέσα μαζικής ενημέρωσης και καταναλωτές, Οι επιστημονικοί φορείς που αξιολόγησαν την ασφάλειά της, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων της Ε.Ε. (European Food Safety Authority, EFSA) και ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. (Food and Drug Administration, FDA), έχουν επιβεβαιώσει ότι είναι ασφαλής για κατανάλωση από το γενικό πληθυσμό (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες και παιδιά) εντός των τιμών Αποδεκτής Ημερήσιας Πρόσληψης (Acceptable Daily Intake, ADI).

Ημερήσια πρόσληψη ασπαρτάμης

Η Αποδεκτή Ημερήσια Πρόσληψη-το ασφαλές όριο- για την ασπαρτάμη, έχει οριστεί με μεγάλη αυστηρότητα από την Μεικτή Επιτροπή Ειδικών για τα Πρόσθετα Τροφίμων (SCF), τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (JECFA), και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στα 40mg ανά κιλό σωματικού βάρους για τους ενήλικες και στα 23 mg για τα παιδιά.

Η μόνη περίπτωση που δεν κάνει να καταναλώνεται η ασπαρτάμη (σε αντίθεση με τη στέβια) είναι από τα άτομα με το κληρονομικό μεταβολικό νόσημα φαινυλκετονουρία (PKU), μια σπάνια κληρονομική κατάσταση που εμφανίζει 1 στους 10.000 ανθρώπους και η οποία εντοπίζεται στη γέννηση. Τα άτομα με φαινυλκετονουρία δεν πρέπει να καταναλώνουν ασπαρτάμη και αυτό γιατί ο οργανισμός των ατόμων με PKU δεν διαθέτει το ένζυμο που είναι απαραίτητο για να μετατραπεί η φαινυλαλανίνη στο αμινοξύ τυροσίνη, με αποτέλεσμα η κατανάλωση τροφών που περιέχουν φαινυλαλανίνη να οδηγεί σε παθολογικά υψηλή συγκέντρωσή της το σώμα.

Είναι κατάλληλη για τους διαβητικούς;

Ο Αμερικάνικος Διαβητολογικός Σύλλογος αναφέρει ότι η κατανάλωση ασπαρτάμης από διαβητικούς ασθενείς είναι ασφαλής. Η ασφάλειά της έχει πιστοποιηθεί από τουλάχιστον 200 διαφορετικές έρευνες και πολύ πρόσφατα, οκτώ κορυφαίοι ειδικοί στην τοξικολογία, επιβεβαίωσαν ότι η ασπαρτάμη μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική γλυκαντική λύση που δεν επηρεάζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου του αίματος, αλλά σε μικρότερο βαθμό από την κοινή ζάχαρη.

Συμπερασματικά

Ως πλεονέκτημα, η στέβια είναι φυσικό προϊόν αφού παράγεται από το φυτό στέβια, ενώ η ασπαρτάμη είναι τεχνητό, επεξεργασμένο προϊόν. Επίσης, οι γλυκοζίτες στεβιόλης δεν περιέχουν φαινυλαλαλίνη επομένως η στέβια είναι κατάλληλη για άτομα με φαινυλκετονουρία. Επιπλέον η στέβια, όπως και η ασπαρτάμη, δεν προκαλούν φθορά στα δόντια σε αντίθεση με άλλα γλυκαντικά (σιρόπι αγαύης, μέλι κλπ), επομένως δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη τερηδόνας. Ακόμη η στέβια συνιστάται σε σχέση με την ασπαρτάμη στο ψήσιμο αφού η ασπαρτάμη διασπάται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θέρμανσης με αποτέλεσμα να χάσει τη γεύση της.  Η στέβια είναι ανθεκτική στη θερμοκρασία και επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μαγείρεμα, καθώς και σε προϊόντα που παράγει η βιομηχανία τροφίμων.

Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παρ’όλο που οι παραπάνω γλυκαντικές ουσίες δεν προσδίδουν θερμίδες (στέβια) ή προσδίδουν ελάχιστες θερμίδες (ασπαρτάμη) και συνεπώς δεν επηρεάζουν την αύξηση του βάρους μας, θα πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο και να μην το παρακάνουμε με την υπερβολικά συχνή κατανάλωσή τους είτε μέσω των προϊόντων του εμπορίου, είτε μέσω της χρήσης τους για την παρασκευή διαφόρων γλυκισμάτων και ροφημάτων

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

σχετικά άρθρα

SPONSORED LINKS

"Πρέπει να συνεχίσουμε επειδή δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω."

Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Σκωτσέζος συγγραφέας

  • 1929 - Λαμβάνει χώρα στο Χόλυγουντ η πρώτη τελετή απονομής των βραβείων Όσκαρ.

© 2002-2021 MEDIA2DAY

Managed Cloud by C2