Εxtreme επαγγέλματα: Η αδρεναλίνη στην καθημερινότητα

Υποθαλλάσιες εργασίες κάτω από γιγαντιαία τάνκερ, ταχύτητες που κόβουν την ανάσα και καθημερινό φλερτ με τον κίνδυνο. 4 καθημερινοί άνθρωποι με extreme ασχολίες μιλούν στο In2life.
Εxtreme επαγγέλματα: Η αδρεναλίνη στην καθημερινότητα
του Νικόλα Γεωργιακώδη

Τι είναι αυτό που πείθει κάποιον να ασχοληθεί με κάτι που από τους περισσότερους από εμάς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τουλάχιστον επικίνδυνος, και δυνητικά θανατηφόρος; Είναι η αδρεναλίνη; Οι οικονομικές απολαβές; Η ηθική ικανοποίηση; Ή μήπως μια αρρωστημένη έλξη για να ζεις συνεχώς «στο κόκκινο»;

Θέλοντας να ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας για όλα τα παραπάνω, ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους οι οποίοι βιώνουν σε καθημερινή βάση τον κίνδυνο, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. 

Τα Σταυροδρόμια της Αθήνας

Στην ταινία του Σκορσέζε «Σταυροδρόμια της Ψυχής» (Bringing out the Dead), ο Νίκολας Κέιτζ περιφέρεται σε μια ζοφερή Νέα Υόρκη ως γιατρός/οδηγός ασθενοφόρου και βασανίζεται καθημερινά από τις εικόνες των ανθρώπων που δεν μπόρεσε να σώσει, νιώθοντας ότι έχει μετατραπεί σε μάρτυρα του θανάτου.

Ο Σταύρος Παπαδήμας βρίσκεται στην ίδια θέση με τον ήρωα του Σκορσέζε εδώ και δύο δεκαετίες, με την διαφορά ότι από την δουλειά του αντλεί καθημερινά μια ηθική ικανοποίηση που λίγοι θα μπορούσαν να έχουν. Την ικανοποίηση από το να σώζεις μια ζωή. Οδηγός ασθενοφόρου και διασώστης του ΕΚΑΒ, ο Σταύρος έχει ως μοναδικό του μέλημα την σταθεροποίηση του ασθενή και την ασφαλή μεταφορά του στο πλησιέστερο νοσοκομείο.

«Οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες είναι αλληλένδετες: Η επικίνδυνη οδήγηση που αναγκαζόμαστε να κάνουμε σε κάθε περιστατικό, το άγχος ενώ αντιμετωπίζουμε το περιστατικό αυτό μέχρι την μεταφορά του ασθενή στο νοσοκομείο, η πνευματική μας κόπωση, το σύνδρομο του burnout που μας καταβάλλει από την στιγμή που ερχόμαστε σε επαφή μαζί του. Είμαστε συνεχώς δίπλα στον θάνατο και αυτό μας εξαντλεί», λέει χαρακτηριστικά.

Τα περιστατικά που αναλαμβάνει με την μονάδα του ποικίλουν. Από εγκεφαλικά και καρδιακά επεισόδια, μέχρι καρκίνους, τροχαία, λοιμώδη και μεταδιδόμενα νοσήματα που χρήζουν άμεσης νοσοκομειακής περίθαλψης. «Αντιμετωπίζουμε καθημερινά ασθενείς με ηπατίτιδα και AIDS, μηνιγγίτιδες και κάθε λογής λοιμώξεις οι οποίες μπορεί να είναι και μεταδοτικές. Υπήρξαν συνάδελφοι που πέθαναν πάνω στην δουλειά από το στρες. Το στρες που αντιμετωπίζουμε είναι συνεχές», λέει περιγράφοντας τους κινδύνους και τις αντιξοότητες του επαγγέλματος ο Σταύρος. Πώς μπορεί και τα αντιμετωπίζει όμως όλη αυτή την ψυχική και σωματική κούραση;

«Υπάρχουν πρωτόκολλα ασφαλείας τα οποία ακολουθείς, όμως ταυτόχρονα έρχεσαι σε επαφή με τον ασθενή, παίρνεις ένα μέρος από τον πόνο του και τον δέχεσαι μέσα σου. Πρέπει να τον βοηθήσεις αυτό ποτέ δεν παύει. Πάντα υπάρχει και διαιωνίζεται. Δυστυχώς οι άμυνες μας όσο και να θέλουμε να λειτουργούμε αυτοματοποιημένα πέφτουν γιατί είμαστε άνθρωποι και έχουμε συναισθήματα», αναφέρει σχετικά.

Πώς γίνεται όμως να συνεχίζει να εξασκεί ένα επάγγελμα το οποίο τον φθείρει τόσο πολύ ψυχολογικά και σωματικά; Τι τον «τραβάει»;

«Είναι το αίσθημα της ικανοποίησης ότι βοηθάς έναν άνθρωπο. Ότι σώζεις μια ζωή. Γιατί εμείς οι διασώστες ερχόμαστε πρώτοι σε επαφή με τον ασθενή πριν πάει σε νοσοκομείο. Είμαστε οι πρώτοι που αντικρίζει και εμπιστεύεται τη ζωή του. Όταν όλο αυτό έχει μια ευτυχή κατάληξη, αισθανόμαστε τέτοια ικανοποίηση η οποία δεν μετριέται με υλική αμοιβή. Η συναισθηματική ικανοποίηση μας κάνει να το συνεχίζουμε τόσα χρόνια», λέει.

Τα αρνητικά περιστατικά πάντως, προσπαθεί να τα αποβάλλει από το μυαλό του και έτσι, όπως λέει, πάντα του μένουν τα θετικά. «Όταν φέρνεις πίσω κάποιον από το θάνατο, τον βοηθάς να επιστρέψει στη ζωή. Αυτό είναι το μόνο που μένει, να φέρεις έναν άνθρωπο από τον θάνατο στη ζωή», καταλήγει.

Υδάτινος κόσμος

«Είμαστε σπεσιαλίστες σε μεγάλα πλοία. Καθαρισμούς, ηλεκτροκολλήσεις, επισκευές, γυάλισμα, οτιδήποτε έχει να κάνει με εργασία κάτω από το νερό», λέει ο Ισπανός επαγγελματίας δύτης Αμπντέλ Τζαμπάρ, ο οποίος τα τελευταία πέντε χρόνια εργάζεται ως στην Psomakara Divers. «Αν θέλεις να αλλάξεις ή να φτιάξεις κάτι κάτω από το νερό, θα το κάνουμε εμείς. Θέλει τεράστια εκπαίδευση για να μπορέσεις να το κάνεις, δεν αρκεί απλά ένα δίπλωμα από την PADI. Χρειάζεται να έχεις και γνώσεις μηχανικού, συγγκολητή, τα πάντα… Κάνουμε ηλεκτροκολλήσεις κάτω από τάνκερ. Tο ρεύμα μπορεί να σε σκοτώσει. Eίναι σαν να έχεις δύο καλώδια με ρεύμα και να τα βάζεις στο νερό», προσθέτει.

Ο Αμπντέλ έμαθε την «τέχνη» της κατάδυσης στην Ισπανία. Στην Ελλάδα, η μοναδική σχολή που λειτουργούσε για επαγγελματίες δύτες στη Κάλυμνο έκλεισε και έτσι είναι από τους ελάχιστους στην χώρα που μπορεί να κάνει αυτήν την δουλειά. «Αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτόν τον τομέα για οικονομικούς λόγους. Το επάγγελμα πληρώνεται καλά, όμως στην Ελλάδα ζήτημα να είμαστε είκοσι άτομα που ασχολούμαστε με αυτό. Σκέψου η πλειοψηφία είναι ΟΥΚάδες», λέει ο ίδιος.

Μια τυπική ημέρα στην ζωή του Αμπντέλ περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο βουτιές κάτω από… τάνκερ και άλλα γιγαντιαία πλοία, όμως όπως λέει ο ίδιος το πιο σημαντικό σημείο σε αυτό το απαιτητικό επάγγελμα είναι οι ημέρες όταν γίνεται η συντήρηση του εξοπλισμού. «Ο δύτης ζει κάτω από το νερό με αέρα, επομένως όλος ο εξοπλισμός πρέπει να είναι σε άριστη κατάσταση με συνεχόμενα σέρβις, τσεκαρίσματα, καθαρισμούς. Αν κάτι δεν κάνεις σωστά σε όλα αυτά, πέθανες

»Δεν μπορείς να πεις ‘εντάξει, θα καταφέρω να γλιτώσω και να ζήσω’», αναφέρει χαρακτηριστικά. Λογικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι το κάτω μέρος των καραβιών στα οποία εργάζεται αυτός και η ομάδα του μπορεί να φτάσει μέχρι και τα τριάντα μέτρα πλάτος. «Ο φακός σου δίνει ορατότητα για λίγα μέτρα. Aν κάτι συμβεί και χαλάσει ο φακός ή σου κοπεί ο αέρας, πώς θα ζήσεις; Κατά 99% θα πεθάνεις στο απόλυτο σκοτάδι», προσθέτει.

«Πρέπει να ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις και να είσαι εξειδικευμένος. Το ίδιο έμπειρο θα πρέπει να είναι και το άτομο που έχεις μαζί σου και να είστε συνεχώς σε επικοινωνία. Να κάνετε μαζί τον προγραμματισμό της δουλειάς, το πώς και από πού θα βουτήξετε, τι κινήσεις θα κάνετε. Αν κάτι πάει στραβά και δεν γνωρίζεις που βρίσκεσαι, τότε δύσκολα θα επιβιώσεις αν συμβεί κάποιο ατύχημα», λέει ο ίδιος.

Πριν την κατάδυση, όλο το πλήρωμα του πλοίου θα πρέπει να ενημερώνεται ώστε να μην γίνεται καμία απολύτως κίνηση. «Στην Ελλάδα έχουν πεθάνει παιδιά επειδή κατά λάθος ο καπετάνιος ξεκίνησε την προπέλα. Εμείς πριν βουτήξουμε ενημερώνουμε οποιονδήποτε έχει σχέση με το πλοίο, αλλά και την γύρω περιοχή: το λιμενικό, το marine traffic, τους μηχανικούς, τον καπετάνιο, όλους…», αναφέρει.

Ο ίδιος πάντως, δεν κινδύνεψε ποτέ κατά την διάρκεια της εργασίας του, εκτός από μια φορά και αυτό από... αφέλεια του συνεργάτη του, ο οποίος του έκοψε τον αέρα για να τον χρησιμοποιήσει αλλού, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε βουτήξει στην προπέλα. 

Fast and Furious α λα ελληνικά

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο Λεωνίδας Κύρκος δεν έχει αφήσει πρωτάθλημα για πρωτάθλημα Ταχύτητας, Ανάβασης, Χωμάτινου και Ασφάλτινου Ράλι που να μην έχει κατακτήσει από το 1980 όταν και ξεκίνησε την καρέρα του.

Από τους πλέον βραβευμένους και πλέον επιτυχημένους Έλληνες οδηγούς, ο «Λέας» όπως τον αποκαλούν οι γνώστες του αθλήματος συνεχίζει μέχρι σήμερα να συμμετέχει σε Αναβάσεις, οδηγώντας με το ίδιο πάθος και φυσικά την ίδια ταχύτητα. «Μου άρεσαν οι αγώνες από μικρό παιδί. Κάποια στιγμή το ’72, πιτσιρικάς ακόμα, αποφάσισα να πάω σε ένα μεγάλο συνεργείο της εποχής, στον Μπούμπη . Ύστερα από μερικά χρόνια άνοιξα το δικό μου συνεργείο μετατροπών και ξεκίνησα να φτιάχνω αγωνιστικά αυτοκίνητα

»Το αυτοκίνητο το αγάπησα από μικρός. Στο Δημοτικό θυμάμαι πηγαίναμε και χαζεύαμε τα αυτοκίνητα που περνούσαν και βλέπαμε τι μάρκα ήταν το καθένα, τι μηχανή είχε και τι απόδοση έβγαζε. Αναρωτιόμουν τότε, ‘θα μπορούσα να οδηγήσω και εγώ σε αγώνες;’. Ε, και όταν μου δόθηκε η ευκαιρία οδήγησα και κέρδισα», λέει ο ίδιος για τα πρώτα του χρόνια στον χώρο των… αστρονομικών ταχυτήτων και τις ατόφιας αδρεναλίνης.

«Έχω συμμετάσχει σε όλους τους τύπους αγώνων και πάντα ο στόχος μου ήταν ο ίδιος: να οδηγώ όσο πιο γρήγορα, αλλά χωρίς να βγάζω ζημιές στο αυτοκίνητο. Το σεβόμουν και το σέβομαι ακόμα το αυτοκίνητο που οδηγώ. Ο σεβασμός αυτός μου έφερε σε 33 χρόνια 60 πρωταθλήματα και πάρα πολλές πρώτες θέσεις», προσθέτει.

Αντιθέτως με το τι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος για τον χώρο, σύμφωνα με τον κ. Κύρκο οι αγώνες ταχύτητας είναι πολύ πιο ασφαλείς από το να πάρεις το αυτοκίνητό σου και να πας στην Πάτρα.

«Τα αγωνιστικά αυτοκίνητα παρέχουν μεγάλη ασφάλεια», αναφέρει, «Είναι σαν κλουβιά μέσα. Οι οδηγοί φορούν πυρίμαχες φόρμες, κράνος, ένα ειδικό κολάρο για τον αυχένα σε περίπτωση πρόσκρουσης… Άλλωστε οι δρόμοι είναι δικοί μας στους αγώνες, σπάνια θα υπάρξει σοβαρό ατύχημα. Περισσότερο κινδυνεύουμε να πάμε στην Πάτρα από την Κορίνθου Πατρών ή από το Αντίριο προς την Αμφιλοχία», λέει χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος ποτέ δεν φοβήθηκε πριν ή κατά την διάρκεια του αγώνα. Αντιθέτως, η χαλαρότητα και η ηρεμία είναι το άλφα και το ωμέγα για να κερδίσεις μια κούρσα. «Ένας καλός οδηγός πρέπει να είναι ήρεμος, χωρίς νευρικότητα και να έχει ένα καλό αυτοκίνητο για να καταφέρει να κερδίσει. Αν δεν έχει καλό αυτοκίνητο, δεν πρόκειται να τα καταφέρει, επίσης αν δεν είναι καλός και έχει το τέλειο αγωνιστικό και πάλι δεν θα τα καταφέρει», προσθέτει.

Του ζητάμε να θυμηθεί κάποιο στιγμιότυπο από αγώνα το οποίο του έμεινε για καιρό χαραγμένο στη μνήμη. «Θα σας πω ένα αρνητικό και ένα θετικό. Θυμάμαι ακόμα έναν αγώνα το 1995 στο Ράλι Ακρόπολις, όπου ήμουν πρώτος στη γενική κατάταξη όμως την τελευταία ημέρα μου χάλασε ο ιμάντας και έχασα την πρώτη θέση της γενικής. Ήταν μια κακή στιγμή. Καλές στιγμές; Πολλές, όμως θυμάμαι χαρακτηριστικά το 1999 όταν με συνοδηγό τον Γιάννη Σταυρόπουλο καταφέραμε να πάρουμε την έκτη θέση της γενικής στο Ράλι Ακρόπολις με το Ford Escort MK2 απέναντι σε θηρία όπως η Ford, η Mitsubishi και η Subaru. Κάναμε πολύ καλούς χρόνους», θυμάται.

Μάχη με τις φλόγες 

Ο Τάσος Παππάς είναι από το 1996 μέλος του Πυροσβεστικού Σώματος και οι περιπτώσεις στις οποίες μαζί με την ομάδα του επιχειρούν δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «εύκολες». Από φωτιές, εγκλωβισμούς λόγω σεισμού, μέχρι ατυχήματα σε διάφορες εγκαταστάσεις με χημικά ή άλλα επικίνδυνα υλικά, ορειβατικά ατυχήματα, εγκλωβισμούς ορειβατών από κατολισθήσεις, η καθημερινότητά του είναι γεμάτη ένταση και αδρεναλίνη.

Ο ίδιος δεν μπορεί να ξεχωρίσει ποια από όλες τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνει η ΕΜΑΚ είναι η πιο επικίνδυνη. «Όλα είναι για εμάς το ίδιο. Οι διασώσεις από κατεδαφίσεις ή από χημικά ατυχήματα, οι μαζικές καταστροφές, η δασοπυρόσβεση, τα αστικά συμβάντα. Όλα είναι το ίδιο επικίνδυνα. Σκοπός μας άλλωστε είναι η ασφάλεια και η προστασία της ανθρώπινης ζωής, όπως επίσης και η διαφύλαξη του δασικού μας πλούτου», λέει χαρακτηριστικά.

Τα ατυχήματα είναι συχνά στο επάγγελμά του, όπως λέει, παρ’ όλα αυτά μέχρι σήμερα ο ίδιος έχει σταθεί τυχερός και δεν έχει τραυματιστεί. «Δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην έχει αντιμετωπίσει μια δύσκολη κατάσταση, είναι η φύση της δουλειάς μας τέτοια που δεν γίνεται να μην εκτεθείς σε κίνδυνο. Όλοι οι πυροσβεστικοί υπάλληλοι ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με το άγνωστο, δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις», αναφέρει σχετικά.

Γνωρίζοντας τους κινδύνους όμως, συνεχίζει ακάθεκτος να εκτελεί το καθήκον του, όπως λέει. «Γνωρίζεις ότι λίγοι μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά, γνωρίζεις ότι αυτή η δουλειά είναι προνόμιο. Το ότι προσπαθείς για τον συνάνθρωπο και την ίδια σου την χώρα, είναι για εμένα μεγάλα ‘όπλα’ για να συνεχίσεις να το κάνεις. Το χαμόγελο ενός παιδιού που θα σώσεις, το ευχαριστώ του πολίτη που είδε την περιουσία του να σώζεται… Αυτά είναι η ανταμοιβή σου πέρα από κάθε υλικό αγαθό», τονίζει.

Το μυστικό για να καταφέρει ο ίδιος να φέρει εις πέρας τις αποστολές που του ανατίθενται είναι η ψυχραιμία και το καθαρό μυαλό. «Ο φόβος φυλάει τα έρμα. Σίγουρα φοβάσαι, όμως πρέπει να παραμένεις ψύχραιμος. Έχω δει συναδέρφους να πεθαίνουν στα χέρια μου, δίπλα μου. Ανθρώπους νεκρούς από καταστροφές. Διδάσκεσαι και συνεχίζεις, δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Προσπαθούμε όσο γίνεται να μιλάμε ο ένας με τον άλλον και να αλληλοστηριζόμαστε, να δίνουμε κουράγιο. Αυτό μας βοηθά πολύ», επισημαίνει και δεν διστάζει να εκφράσει το παράπονό του από την πολιτεία:

«Αρκεί όμως και η πολιτεία να αναγνωρίσει αυτό που κάνουμε. Οι περικοπές μας έχουν τσακίσει, δουλεύουμε έξι ημέρες και καθόμαστε δύο. Είμαστε οι μόνοι που το καλοκαίρι δικαιούμαστε μόνο δώδεκα ημέρες άδεια, οικογένειες δεν βλέπουμε. Τελειώνει το 8ωρο και πρέπει να μείνουμε και άλλο για κάποιο συμβάν, πάντα χωρίς αποζημίωση. Έχουμε φιλότιμο και στηρίζουμε το Σώμα, δουλεύουμε επιπλέον για να βοηθήσουμε το Σώμα και την Πολιτεία, όμως θέλουμε και την στήριξη της πολιτείας σε αυτό που κάνουμε», καταλήγει.







Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v