Μεταποίηση: Το διήγημα στα καλύτερά του

Χρησιμοποιώντας τους ήρωές του σαν αφηγητές και θεατρικούς ηθοποιούς ταυτόχρονα, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος υπογράφει μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων με κοινή θεματική, που διαβάζεται απνευστί.
Μεταποίηση: Το διήγημα στα καλύτερά του
Πώς διαλέγεις ένα βιβλίο; Έχεις μπροστά σου όλη την παραγωγή των τελευταίων μηνών (δεν μιλάω για τα κλασικά και δοκιμασμένα) και με προληπτική διαίσθηση, κοιτάζοντας λίγο και το οπισθόφυλλο, επιλέγεις ποιο πιθανόν είναι το καλύτερο ή ποιο θα ταιριάξει στην αναγνωστική σου συνείδηση; Όχι, βέβαια. Πηγαίνεις συχνά στο ράφι λίγο πολύ “προκατειλημμένος”, αφού πριν μπεις στο βιβλιοπωλείο, έχεις συνήθως διαβάσει μια διαφήμιση, μια παρουσίαση, μια κριτική στις εφημερίδες, έχεις ακούσει κάτι από φίλους και γνωστούς, έχεις πέσει πάνω σε μια συνέντευξη του συγγραφέα, έχεις διαβάσει άλλα έργα του και είσαι ευνοϊκά διακείμενος, κάποιο σπέρμα ευμένειας έχει διεισδύσει στο αναγνωστικό σου ωάριο για να το γονιμοποιήσει. Σπανιότερα, μπαίνεις στο βιβλιοπωλείο και διερευνητικά ψάχνεις κάτι καινούργιο…

Πώς σε διαλέγει ένα βιβλίο; Το έχεις κάπου σταμπάρει, ένα μικρό αεράκι έχει διεισδύσει χωρίς να το καταλάβεις στον στενό διάδρομο του μυαλού σου κι έπειτα έρχεται το ίδιο το βιβλίο σαν κομμάτι μιας λίστας ή σαν δώρο… Και τώρα το δώρο έφτασε από τον ίδιο τον πεζογράφο που μετά φιλότιμης επιμονής προσπάθησε επανειλημμένως να μου στείλει το αποτέλεσμα του κόπου του. Τον ευχαριστώ.

Σπεύδω να πιάσω το πρώτο διήγημα που είναι βαθιά χωνεμένο στην ελληνική παράδοση και σίγουρα τα δημοτικά τραγούδια έπαιξαν τον ρόλο της ευρύχωρης μήτρας. Το «Γκρίχου», που στα αρβανίτικα σημαίνει «σήκω», αναφέρεται στον ακρωτηριασμένο στρατιώτη που επιστρέφοντας απ’ τη μάχη στο Σαραντάπορο βρίσκει την περιουσία του λεηλατημένη και γι’ αυτό ανακαλεί τον νεκρό αδελφό του, για να τιμωρήσουν τους σφετεριστές. Ο αδελφός σηκώνεται από τον τάφο, αλλά τελικά δεν γυρίζει σ’ αυτόν.

Η ατμόσφαιρα του έργου στοιχειοθετείται από μια γλώσσα σφριγηλή και καίρια, η ταχύτητα ακολουθεί σταθερά βήματα, το στίγμα του διηγήματος έρχεται ομαλά να προκαταλάβει θετικά για ό,τι θα ακολουθήσει. Η ανάγνωση ξεκινά με ούριο άνεμο… Το μοτίβο της ανάστασης χρησιμοποιείται με μια αύρα μεταφυσικής ιστορικότητας στον πολεμιστή που ακολουθεί νεκρός-ζωντανός τον Μέγα-Αλέξανδρο στην πορεία του προς την Ανατολή (το τρίτο διήγημα της συλλογής). Ο τίτλος του «Ρίψασπις» μένει σε πρώτη ανάγνωση ανεξήγητος και δη μυστηριώδης.

Το δεύτερο διήγημα με τίτλο «Tseih She» (κινέζικη ονομασία για τον Αλγκόλ) αναφέρεται στην πράξη εκδίκησης ενός ζωσμένου με εκρηκτικά νεαρού, που, επειδή έμεινε ορφανός από τη δολοφονία σταδιακά του πατέρα, της μάνας και της αδελφής του, μετατρέπει την αγάπη για τους σκοτωμένους του σε μίσος για τους εχθρούς. Το τέταρτο διήγημα με τίτλο «Τίσις» είναι μεστό από συναισθήματα: καταρχάς, η λύπη για μια “άστεγη”, έπειτα το αίσθημα προδοσίας, η οργή και τέλος η εκδίκηση. Κι εκεί που ολοκληρώνεται ο κύκλος των συναισθημάτων έρχεται και μια αφηγηματική ανατροπή που ξαφνιάζει ευχάριστα.
 
Η «Σποδός» αναφέρεται σε έναν μοναχικό νέο που περνάει τη ζωή του με πόρνες και στο τέλος βρίσκεται δολοφονημένος. Το παρελθόν του και η σχέση του με τον αδελφό του, το ορφανοτροφείο και άλλες ενδείξεις αφήνουν νήματα για να τα συνδέσει ο αναγνώστης. Στην «Πτέρυγα» ένας τρόφιμος κλινικής γράφει ημερολόγιο-αναφορά στον γιατρό του όπου με αυθεντικό προφορικό λόγο εξηγεί έμμεσα πώς μπορεί να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή. Από περιέργεια, από ανία, έβλεπε το ανθρώπινο σώμα σαν παιχνίδι που θα ήθελε να μάθει τι έχει μέσα…

Ο «Εγκιβωτισμός» δικαιολογεί τον τίτλο του, αφού ο πρωταγωνιστής ναυτικός, χωμένος σε παράνομες μεταφορές, συνειδητοποιεί πως ο νεκρός που μαχαιρώθηκε μπροστά του είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Πώς ο θύτης και το θύμα εναλλάσσονται, πώς γίνεται η μεταφορά της νεκρής ζωής μας παράνομο διακύβευμα;

Στην «Καΐνα» ο γιος του Αδάμ στοχάζεται στην έννοια της ελευθερίας και σκοτώνει τον αδελφό του, γιατί η παρουσία του χωρίς αγάπη ήταν πιο πολύ τυραννία και καταδυνάστευση. Η «Μεταποίηση» αναφέρεται στην αγάπη του πρωταγωνιστή για τα ταριχευμένα ζώα και η επιμονή του να ανασυνθέσει υβριδικά ζώα, όπως η τρικέφαλη χίμαιρα. Τελικά, είναι χίμαιρα, είναι ουτοπία η ζωή και ο έρωτας, είναι όλα μια μεταποίηση του καθημερινού προς το ανέφικτο;

Στο «.45» ο φονιάς, παρών στην κηδεία του νεκρού, δεν ντρέπεται να αφηγηθεί πώς τον δολοφόνησε, διεισδύοντας όλο και πιο βαθιά, αφηγηματικά και ψυχολογικά, σε ένα απρόσμενο τέλος. Και τέλος η «Σαρκώζα» είναι μια παράξενη πόλη, στην οποία κατευθύνεται ο αφηγητής και ο θίασός του και στην οποία τελικά επιλέγει να μην μπει.

Τι είδα σ’ αυτή τη συλλογή; Είδα μια χρήση της διακειμενικότητας που εκπλήσσει, κυρίως επειδή ο Παπαμάρκος παίρνει παλιότερες μορφές, παλιότερα καλούπια, παλιότερες φόρμες και μέσα τους χύνει καινούργια σκέψη ή διαχρονικούς προβληματισμούς. Είναι μια μετακένωση ενός σύγχρονου προβληματισμού που μπαίνει σε παλιά, διαχρονικά καλούπια και έτσι γίνεται μέρος μιας ανανεωμένης παράδοσης. Είδα το αμφίσημο που κυριαρχεί στη λογοτεχνία να κάνει τον αναγνώστη να μένει μετέωρος και να προσπαθεί να δώσει νόημα στο χάος που δημιουργήθηκε προς στιγμή (;) στη σκέψη του.

Είδα δηλαδή την προσπάθεια του συγγραφέα να μην σερβίρει ολόκληρο το διήγημα στο πιάτο μας αλλά να μας αναγκάσει να το εμπλουτίσουμε με τα δικά μας καρυκεύματα, για να μπορέσουμε να το απολαύσουμε. Πολλές φορές αφηνόμαστε αβοήθητοι, καθώς δεν μπορούμε να χωνέψουμε το βαθύτερο επίπεδο στο οποίο κινείται το διήγημα. Και τέλος, η ταυτότητα, είτε ως ομοιότητα ή ως διαφορά, απασχολεί τον νεαρό πεζογράφο και γίνεται ο άξονας σε αφηγηματικά παιχνίδια και σε υπαρξιακούς προβληματισμούς.

Τα διηγήματα του Παπαμάρκου –δεν ξέρω αν βγήκαν με μια ανάσα ή αν δουλεύτηκαν επανειλημμένως- αποτέλεσαν αποκάλυψη για μένα. Κάθε αφηγητής είναι και ένας θεατρικός ηθοποιός, που εξιστορεί, δραματοποιεί, υφοποιεί την πραγματικότητά του, ζει και δρα ενάντια στις προσδοκίες, χτίζει μια σκηνή και μπαινοβγαίνει μέσα της. Έχω εδώ και καιρό αρχίσει να συνειδητοποιώ πόσο πλούσια διηγηματογραφία έχουμε, αλλά και οι νέες φωνές που κατεβαίνουν στον χώρο δεν μένουν πίσω.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Δημοσθένης Παπαμάρκος, “Μεταποίηση”, εκδόσεις Κέδρος, 2012, σελ. 119, τιμή: 10€

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v