Το κίτρινο γιλέκο: Ένα ελκυστικό «κινηματογραφικό» μυθιστόρημα

Ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε γράφει ένα άκρως ελκυστικό και «κινηματογραφικό» ιπποτικό μυθιστόρημα – το έκτο κατά σειρά με πρωταγωνιστή τον Ισπανό λοχαγό Ντιέγο Αλατρίστε – επηρεασμένος από τους αφηγηματικούς ρυθμούς του Δουμά και του Θερβάντες.
Το κίτρινο γιλέκο: Ένα ελκυστικό «κινηματογραφικό» μυθιστόρημα
Τι περιμένει κανείς από τη σύγχρονη ισπανική πεζογραφία όταν χρησιμοποιεί το “μυθιστόρημα εποχής” για να γυρίσει σε ένα ένδοξο παρελθόν, το οποίο όμως παρουσιάζεται με λιγότερο λαμπερά χρώματα απ’ ό,τι θα ταίριαζε στην προβαλλόμενη δόξα του;

Ο καρθαγένιος συγγραφέας κερδίζει τον αναγνώστη που ανοίγει το βιβλίο του με δυο τρεις πρώτες αλλά πετυχημένες πινελιές. Ένας αφηγητής, ο Ίνιγο Βαλβόα Αγίρε, ακόλουθος του λοχαγού και δεινού, αλλά οξύθυμου, ξιφομάχου Διέγο Αλατρίστε, παραμερίζει τον εαυτό του για να περιγράψει το αφεντικό και τον κύκλο του. Φυσικά, κάποια στιγμή θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην ιστορία, αφού η παρουσία του θα συνδυαστεί με την αποκάλυψη μιας συνωμοσίας. Η εξιστόρηση απλώνεται σταδιακά, χωρίς βιασύνη που οδηγεί άλλους πεζογράφους στη συσσώρευση λεπτομερειών και προσώπων από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Οι μικρές αυτές πινελιές κυκλώνουν το θέμα και σταδιακά το αποκαλύπτουν. Η αφήγηση θυμίζει ελαφρά Θερβάντες και την τεχνική της εποχής να μιλάει ο αφηγητής χωρίς να πολυφαίνεται, να σχολιάζει, να ζητά συγγνώμη για τα λάθη του, να διατηρεί ένα κουβεντιαστό ύφος που απευθύνεται ενίοτε στον αναγνώστη κ.ο.κ.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η αποτύπωση της εποχής. Πρόκειται για τις αρχές του 17ου αιώνα, όταν η Μαδρίτη διατηρεί ακόμα την αίγλη της ισπανικής κοσμοκρατορίας, αλλά με εμφανή τα σημάδια της παρακμής και με ακόμα πιο εμφανή τα συμπτώματα μιας υποβόσκουσας κοινωνικής κρίσης, όπου κυριαρχεί η υποκρισία, η αρχοντική ξιπασιά, η επιφάνεια που αποδέχεται την τιμή ως ύψιστη αξία αλλά κατά βάθος προβαίνει στις μέγιστες αυθαιρεσίες, η τιμή των όπλων, πιο πολύ ως εγωισμός παρά ως αξιοπρέπεια, η απιστία, η παρασκηνιακή πολιτική από το παλάτι και την άρχουσα τάξη που ζει αλαζονικά, η νύχτα της πόλης και ο υπόκοσμος που προσπαθεί να επιβιώσει, η ανασφάλεια των δρόμων… Και μέσα σ’ όλα αυτά, προβάλλεται διακειμενικά η υψηλή θέση της λογοτεχνίας, περισσότερο του θεάτρου (με προεξάρχοντα τον δραματουργό Λόπε δε Βέγα) και της ποίησης με τον Φρανθίσκο δε Κεβέδο και λιγότερο της πεζογραφίας, όπου η μορφή του Μιγέλ δε Θερβάντες αρχίζει δειλά δειλά να κερδίζει την εκτίμηση του κοινού.

Το πλαίσιο, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι σαφή. Μένει να δούμε πώς αυτό το κλίμα θα προσδώσει στην ιστορία μυθοπλαστική ένταση (τραγική; ειρωνική; κοινωνική; κ.ο.κ.).
Κι εκεί κάπου, καθώς το μυθιστόρημα έχει φτάσει στη μέση του, ο λοχαγός Αλατρίστε κατηγορείται για απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του βασιλιά, αποτέλεσμα μιας καλοστημένης μηχανορραφίας που μετέτρεψε μια βραδινή έξοδο σε παγίδα. Έτσι, το μυθιστόρημα αποκαλύπτει πλήρως την περιπετειώδη φύση του, σαν αυτά του 19ου αιώνα, όπου σπαθιά, μονομαχίες και νυχτερινές διαφυγές παίρνουν πρωταγωνιστική θέση. “Οι τρεις σωματοφύλακες” γίνονται παράδοση, που έρχεται μέχρι τον 21ο αιώνα να συνεχιστεί ως ανάγνωσμα εποχής που βυθίζεται στην ατμόσφαιρα μιας περιόδου, η οποία ευνοούσε –τουλάχιστον λογοτεχνικά - το σκηνικό περιπέτειας και σασπένς.

Αν κανείς μείνει στην περιπέτεια και στην ιστορική ανάπλαση, κέρδισε ένα ανάγνωσμα που δεν συνεπαίρνει καθηλωτικά, αλλά προσελκύει σε αξιοπρεπή βαθμό το ενδιαφέρον και ζωντανεύει τον 17ο αιώνα με κινηματογραφικές φωτογραφίες και καίριες λογοτεχνικές περιγραφές. Αν όμως θελήσει να δει πίσω από τα χρώματα, ίσως εκτιμήσει και την αποτύπωση της σήψης μιας κοινωνίας, που από τη μία βιώνει την υποκρισία της υψηλής κοινωνίας (μια καλοστημένη βιτρίνα πίσω από την οποία ούτε οι ίδιοι οι υψηλά ιστάμενοι δεν ήταν ικανοποιημένοι με τη ζωή τους και φρόντιζαν να την διανθίσουν χωρίς όμως να γίνουν αντιληπτοί) κι από την άλλη ανέχεται τα κατώτερα στρώματα που ζουν στην αμάθεια, στην ανέχεια, στη διαφθορά και στην κοινωνική υποβάθμιση. Η Μαδρίτη του 17ου αιώνα, η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας δύο τουλάχιστον ηπείρων και πολλών θαλασσών, είναι και το δείγμα της εποχής, η οποία, ενώ καλλιεργεί τα γράμματα ως εξωτερικό διάκοσμο, τα παραμερίζει όταν το χρήμα ή το συμφέρον υποσχεθούν πιο άμεσα κέρδη.

Μου φαίνεται ότι τελικά το πρώτο κυριαρχεί και το δεύτερο έρχεται να προσδώσει βάθος, χωρίς να είναι άμεση φιλοδοξία του συγγραφέα. Μια απλή περιπέτεια είναι εντέλει ή όχι λίγη;

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε
“Το κίτρινο γιλέκο”
μετ. Δ. Δημουλάς
εκδόσεις Πατάκη
2012
σελ. 367
τιμή: 17,70€
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v