«Past forward» στη σύγχρονη ελληνική τέχνη

Γνωστοί καλλιτέχνες και θεωρητικοί μιλούν για σημαντικά ζητήματα της ελληνικής εικαστικής πραγματικότητας. Η επιμελήτρια του νέου αφιερώματος του iset μας εξηγεί.
«Past forward» στη σύγχρονη ελληνική τέχνη
της Ιωάννας Γκομούζα

«Η ταυτότητα είναι πραγματική, είναι καθημερινή, δεν είναι ένα πράγμα αφηρημένο. Στο τέλος τα θεμέλια μιας κουλτούρας μένουν σαν... όχι σαν, είναι η μόνη πραγματικότητα». Μια μέρα πριν τον θάνατό του, στα εγκαίνια της έκθεσης «Past forward» στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, ο διάσημος εικαστικός Γιάννης Κουνέλλης ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για τη θέση της ελληνικής εικαστικής έκφρασης στον διεθνή χάρτη της τέχνης. «Ολοζώντανα» μπροστά μας, μέσα από την προβολή μιας συνέντευξης που είχε γίνει 13 χρόνια πριν…

Λίγα βήματα παραπέρα, εν έτει 2002, η Έπη Πρωτονοταρίου, διαχυτική και παθιασμένη, βάζει ιδέες για ένα δυνητικό πρώτο αφιέρωμα στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης («εγώ θα ξεκίναγα με μία έκθεση γενεών, με μία έκθεση να δείξω τι είναι τα πράγματα μετά από τον Μόραλη»), ενώ ο Θόδωρος, από το μακρινό (;) 1976, αναρωτιέται για τη σχέση τέχνης και δημόσιου χώρου: «Τότε έψαχνα να βρω μια πλαστική γλώσσα... που να έχει μια καθολική επικοινωνιακή λειτουργία... Πίστευα πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν τα έργα μου να λειτουργήσουν στο δημόσιο χώρο, στην πόλη. Εδώ όμως ξεκίνησαν μερικά ερωτήματα: Ποιος διευθύνει την πόλη; Σε ποιον ανήκει η πόλη; Ανήκει στους κατοίκους της ή εκφράζει, είναι δηλαδή, όργανο της εξουσίας;».

Θα μπορούσαν να είναι ζητήματα που μπήκαν στο τραπέζι για κουβέντες σημερινές. Πρόκειται όμως για συζητήσεις από ντοκουμέντα συνεντεύξεων και αφιερωμάτων σε εικαστικά ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, που αντλήθηκαν από το πλούσιο οπτικοακουστικό αρχείο του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, και γίνονται αφορμή για νέες αφηγήσεις.

«Η έκθεση “Past forward” επικεντρώνεται στην παρουσίαση πέντε κύριων θεμάτων που αφορούν την ελληνική εικαστική πραγματικότητα, προσεγγίζοντάς τα μέσα από τις απόψεις και τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών της ελληνικής τέχνης από το 1960 και μετά», μας εξηγεί το σκεπτικό η επιμελήτρια Χάρις Κανελλοπούλου.

«Στόχος της έκθεσης είναι να παρατηρήσουμε και να κατανοήσουμε περισσότερο την πορεία και την εξέλιξη της ελληνικής τέχνης μέσα από το υλικό των οπτικοακουστικών καταγραφών, το οποίο στην έκθεση αυτή απομακρύνεται από τον συνήθη συνοδευτικό και συμπληρωματικό ρόλο του και λαμβάνει θέση πρωταγωνιστή ως μοναδική πηγή μελέτης και εκθεσιακή ύλη».



Σε ποια θέματα συγκεκριμένα επέλεξες να εστιάσεις και γιατί;
Μελετώντας συστηματικά το οπτικοακουστικό αρχείο και ακούγοντας τους ομιλητές να αναπτύσσουν τις απόψεις τους κάθε φορά σε διαφορετική χρονική στιγμή του παρελθόντος, άρχισαν σταδιακά να «αποκαλύπτονται» οι θεματικές των βιντεοπροβολών, οι οποίες απαρτίζουν το «σώμα» της έκθεσης. Τα θέματα εστιάζουν στη σχέση της τέχνης με τον δημόσιο χώρο: Στην «εσωστρέφεια» και την «εξωστρέφεια» της ελληνικής τέχνης και τη χωροθέτησή της στον διεθνή εικαστικό χάρτη. Στη λειτουργία των εικαστικών θεσμών. Στην παρουσία της ελληνικής εικαστικής πρωτοπορίας κατά τις δεκαετίες του 1960 και ’70 και στην καταγραφή αυτής από την Ιστορία της Τέχνης. Τέλος, στην αλληλεπίδραση τέχνης και κοινωνίας μέσω από «πολιτικές» ενεργής συμμετοχής του κοινού στο καλλιτεχνικό έργο και συλλογικής εικαστικής δράσης. Ο λόγος που με οδήγησε να εστιάσω σε αυτά τα θέματα ήταν ο επίμονος επαναληπτικός ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονταν στις αφηγήσεις των ομιλητών και η καθοριστική σημασία που λάμβαναν στα λεγόμενα και τις αναλύσεις διακεκριμένων προσώπων της τέχνης καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή μέχρι σήμερα.

Αναφέρεσαι στη «διαχρονικότητα» που χαρακτηρίζει τα θέματα που απασχολούν τα επιμέρους βίντεο. Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που τους προσδίδει «διαχρονικότητα» και τι σημαίνει αλήθεια για σένα το γεγονός ότι εξακολουθούν να μας απασχολούν και να δίνουν τροφή για συζήτηση σήμερα;
Πιστεύω ότι τα θέματα που απασχολούν τα επιμέρους βίντεο εμφανίζονται ως «διαχρονικά» στην πορεία της ελληνικής τέχνης κατ’ αρχάς γιατί διατηρούν κύρια θέση στην εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική εικαστική πραγματικότητα, αλλά κυρίως γιατί αποτελούν «ανοικτές» συζητήσεις μέχρι και σήμερα. Για κάποια από αυτά τα ζητήματα, το ότι παραμένουν σε «ανοικτή» συζήτηση, σημαίνει ότι εξελίσσονται, επαναπροσδιορίζονται και αλλάζουν σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής. Για κάποια άλλα όμως, η «ανοικτή» συζήτηση μαρτυρά τη στασιμότητα, την παλινδρόμηση σε απόψεις και πρακτικές, και την έλλειψη μίας συστηματικά διαρθρωμένης δράσης σχετικά με αυτά.
Το ότι δίνουν τροφή για συζήτηση ακόμη και σήμερα σημαίνει ότι εξακολουθούν να είναι ενεργά, δεν λαμβάνουν μόνο ιστορική θέση, αλλά στη σύγχρονη εκδοχή τους παραμένουν υπό διακύβευση και αναζήτηση επανατοποθέτησης. Γι’ αυτό και ιδιαίτερη σημασία αποκτά το παράλληλο πρόγραμμα συζητήσεων της έκθεσης που θα πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο, με πέντε διαδοχικές συζητήσεις σε αυτές τις ίδιες θεματικές. Εκεί, προσκεκλημένοι ομιλητές στο iset, σε αντίκρυσμα του αρχειακού υλικού, θα καταθέσουν μία νέα αφήγηση για το «τώρα» αυτών των ζητημάτων.

«Βουτώντας» στο αρχείο του iset γι’ αυτή την έρευνα, ποιες ήταν οι μαρτυρίες-καταγραφές-στιγμιότυπα που «γράπωσαν» με ιδιαίτερη ένταση την προσοχή σου, για ποιο λόγο και τι σκέψεις-συναισθήματα σου προξένησαν;
Έχει σημασία ότι μέσα από ένα τέτοιο υλικό παρατηρείς τους ομιλητές να καταθέτουν τις σκέψεις τους με λόγο άμεσο, «ζωντανό», που φέρει την ένταση και την ένσταση της στιγμής, ή και συναισθηματική φόρτιση – ο προφορικός λόγος διαθέτει σίγουρα την ελκτική ικανότητα να εντείνει την προσοχή μας. Η διαδικασία της έρευνας γι’ αυτή την έκθεση είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και μία «πρωτόγνωρη» αίσθηση σε σύγκριση με μία έρευνα που διεξάγεται μέσα από την πρακτική της μελέτης έντυπων ντοκουμέντων ή της βιβλιογραφίας. Αυτή η διαφορετική αίσθηση έγκειται στη δυνατότητα που δίνεται μέσα από την οπτικοακουστική καταγραφή να «συναντάς» τους ομιλητές ακριβώς στην εποχή που καταθέτουν τις απόψεις τους, σε ντοκουμέντα που αποπνέουν τον χαρακτήρα, τις προτάσεις και τις τάσεις της χρονικής περιόδου στην οποία ανήκουν. Ένα στοιχείο, λοιπόν, που έχει για μένα ενδιαφέρον είναι αυτό το «κλίμα» κάθε εποχής που χαρακτήριζε κάθε ντοκουμέντο. Από αυτό, σε συνάρτηση με τον χαρακτήρα κάθε ομιλητή, αντλείται παράλληλα και η οπτική κάθε ιστορικής περιόδου, μέσα από την οποία φιλτράρονται τα αιτήματα, οι προθέσεις και οι στόχοι αναφορικά με τα υπό συζήτηση θέματα.

Από τα θέματα στα οποία επικεντρώνεται το αφιέρωμα, κατά την προσωπική σου άποψη, ποιο θα ιεραρχούσες ως το πιο κρίσιμο για διαπραγμάτευση στη σημερινή συγκυρία και γιατί;
Θεωρώ όλα τα ζητήματα της έκθεσης εξίσου καίρια και ενδιαφέροντα ως προς τη συζήτησή τους μέσα στη σημερινή συγκυρία, που κατά τη γνώμη μου μας φέρει αντιμέτωπους όχι πλέον με μία κρίση, αλλά με μία νέα και καθ’ όλα διαφορετική σύγχρονη κατάσταση, για την οποία είναι χρήσιμο να αρθρωθεί πλέον επίκαιρος λόγος. Αν όμως θα έπρεπε να δώσω προτεραιότητα σε ένα ζήτημα, αυτό θα ήταν η πορεία και η λειτουργία των εικαστικών θεσμών. Αυτό που φανερώνεται μέσα από τις αφηγήσεις είναι ότι η ιστορία των θεσμών για την ελληνική πραγματικότητα μπορεί να συντάσσεται μέσα από την παρουσία καθοριστικών δράσεων και πρωτοβουλιών, αλλά καθορίζεται και από την απουσία συνέχειας και συνέπειας στοχευμένων προσπαθειών. Είναι ένα θέμα σημαντικό, με χαρακτηριστικά που εμπλέκονται και διαχέονται αρκετές φορές και μέσα σε αφηγήσεις των υπόλοιπων θεματικών που παρουσιάζονται στην έκθεση. Στη σύγχρονη συνθήκη, έχει ενδιαφέρον να δούμε ποια είναι η σημερινή εικόνα των εικαστικών θεσμών, ποια σχέδια και ποιους στόχους μπορούμε να θεωρούμε πλέον «χειροπιαστούς».

Ποιος πιστεύεις ότι είναι ο ρόλος ενός αρχείου για τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα στις μέρες μας και πώς έχει ανταποκριθεί μέχρι τώρα το κοινό στις προσπάθειες του iset από την εμπειρία συνεργασίας σου με τον φορέα;
Όπως κάθε αρχείο, έτσι και ένα αρχείο για τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως μηχανισμός γνώσης και μνήμης, ως φορέας συγκέντρωσης, καταγραφής, επεξεργασίας, διαφύλαξης και μεταβίβασης ιστορικών δεδομένων για την τέχνη μας στο παρόν και το μέλλον. Η σημασία αυτού του ρόλου έρχεται να συνδυαστεί με τον τρόπο που σήμερα η «μνήμη» έχει αποκτήσει εμφατική σημασία, με την ύπαρξη των νέων τεχνολογιών να δίνει πολλαπλές δυνατότητες άμεσης προσβασιμότητας, διαμοιρασμού και οικειοποίησης αυτής της γνώσης. Μέσα από την εμπειρία συνεργασίας μου με το iset σε σειρά εκθέσεων, είχα τη σημαντική ευκαιρία να δουλέψω ερευνώντας το αρχειακό υλικό του και να παράξω εκθέσεις που αναμόχλευσαν την ενδεχόμενη στατικότητα του αρχείου, χρησιμοποιώντας το ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και ως έκθεμα. Οι εκθέσεις αυτές συνοδεύτηκαν από παράλληλες μελέτες και ομιλίες που έφεραν στο προσκήνιο ιστορικά θέματα, επιζητώντας την άμεση συνομιλία με αντίστοιχες σύγχρονες πρακτικές ή κριτικές θεωρήσεις.
Η δουλειά αυτή είναι μέρος μιας συνολικής πυκνής και συστηματικής δράσης του iset, την οποία πιστεύω ότι το κοινό –τόσο ειδικό εικαστικό όσο και ευρύτερο– εκτιμά ιδιαίτερα – κυρίως ως προς το γεγονός ότι το Ινστιτούτο διαρκώς στοχεύει στο να αντιμετωπίζει τα Αρχεία όχι ως αποθετήρια τεκμηρίων και «κλειστούς» φύλακες μνημόνευσης, αλλά ως τροφοδότες υλικού και παραγωγούς νέας ανάγνωσης της μνήμης, καθώς και εξέλιξης στη μελέτη της ελληνικής ιστορίας της τέχνης.

Info:
«Past forward. Το παρελθόν αφορμή για νέες αφηγήσεις του παρόντος»
Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης – iset, Βαλαωρίτου 9α, 2103616165
Μέχρι 22/4
Πρόγραμμα συζητήσεων:
Τετάρτη 1/3, στις 18.30: «Τέχνη και δημόσιος χώρος». Ομιλητές: Κώστα Βαρώτσος, γλύπτης, καθηγητής στο ΑΠΘ, και Βασίλης Βλασταράς, εικαστικός, επίκουρος καθηγητής στην ΑΣΚΤ.
Τετάρτη 8/3, στις 18.30: « “Εσωστρέφεια” / “Εξωστρέφεια”. Πού τοποθετείται η ελληνική τέχνη;». Ομιλητές: Ιλεάνα Τούντα, ιδιοκτήτρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, και Δημήτρης Αληθεινός, ζωγράφος.
Τετάρτη 15/3, στις 18.30: «Θεσμοί σε “μετέωρο” βηματισμό». Ομιλητές: Διονύσης Καψάλης, διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Κατερίνα Κοσκινά, διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Συραγώ Τσιάρα, διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης του ΚΜΣΤ.
Τετάρτη 22/3, στις 18.30: «1960s/’70s: ελληνική εικαστική πρωτοπορία και η καταγραφή της στην ιστορία της τέχνης». Ομιλητές: Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής στην ΑΣΚΤ, Χάρις Κανελλοπούλου, ιστορικός τέχνης.
Τετάρτη 29/3, στις 18.30: «Τέχνη, τόπος ζωής: “πολιτικές” συμμετοχής και αλληλεπίδρασης τέχνης και κοινωνίας». Ομιλητές: Ελπίδα Καραμπά, επιμελήτρια, θεωρητικός τέχνης, Κωστής Σταφυλάκης, θεωρητικός τέχνης, εικαστικός.
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v