Αγήνωρ Αστεριάδης: Αναδρομή σε τοπία ελληνικά

Υδατογραφίες, σχέδια, εικονογραφημένα λευκώματα, ακουαρέλες και λιθογραφίες του μεγάλου Έλληνα εικαστικού Αγήνορα Αστεριάδη περιλαμβάνει η εκτενέστατη αναδρομική έκθεση που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη.
Αγήνωρ Αστεριάδης: Αναδρομή σε τοπία ελληνικά
του Γιάννη Ασδραχά

"Έλα να δεις τα Αστεριαδέικα!", είπε ο ζωγράφος Αγήνωρ Αστεριάδης στον ανιψιό του Νίκο την Πρωτοχρονιά του 1973. Αυτό το έργο ήταν η απάντηση σε ένα παράπονο του πως δεν υπήρχε καμία αποτύπωση του πατρογονικού σπιτιού της οικογένειας που από καιρό είχε πάψει να υπάρχει. Και σε ηλικία 75 χρονών ο ζωγράφος θυμήθηκε κάθε αρχιτεκτονική λεπτομέρεια του αρχοντικού στην Λάρισα που γεννήθηκε το 1898. Αυτός ο πίνακας σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, μέρος της μεγάλης αναδρομικής έκθεσης αφιερωμένης στο ογκώδες και με ασυνήθιστη έκταση έργο του Αγήνορα Αστεριάδη, του καλλιτέχνη που στο μακρύ ταξίδι της ζωής του (έφυγε το 1977) δεν άφησε ποτέ τον χρωστήρα να στεγνώσει.

Η μεγάλη έκθεση έχει ως επιδίωξη «να αποκτήσουμε μία συνολικότερη εικόνα του έργου του Αστεριάδη και της παρουσίας του» όπως σημειώνει ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβοριάς και προσθέτει στο σημείωμα του καταλόγου «η ζωγραφική του Αστεριάδη πέρα από το ξεχωριστό προσωπικό της ιδίωμα αντανακλά αφενός την επιμονή με την οποία επεξεργαζόταν όσα ελληνικά βιώματα αντλούσαν οι εμπνεύσεις του κατά τη διάρκεια μίας πολύχρονης θητείας στη σπουδή της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής τέχνης, κυρίως όμως της λεγόμενης λαϊκής τέχνης». Ανακοινώνει, μάλιστα, ότι οι ποιοτικές αξίες των έργων του Αγήνορα Αστεριάδη θα προβάλουν καθαρότερα στο νέο παράρτημα του μουσείου Μπενάκη, την Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, πλαισιωμένες από το πανόραμα της πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής που κληροδότησε η γενιά του 1930.

Έργα και ημέρες

Ο καλλιτέχνης γεννήθηκε στη Λάρισα, ήταν γιος φαρμακοποιού και η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από το Σούλι. Στην πατρίδα του γνώρισε τον κάμπο και τους ανθρώπους του. Η φύση λειτούργησε αργότερα ως υπόστρωμα στην τοπιογραφία του. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, άρχισε μαθήματα σχεδίου. Το 1915 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητές τον Γ. Ροϊλό, τον Σ. Βικάτο, τον Π. Μαθιόπουλο, τον Γ. Ιακωβίδη και τον Νικόλαο Λύτρα.

Στην σχολή διέκρινε το οπισθοδρομικό της πνεύμα και δημιούργησε γρήγορα κλίμα αντίθεσης με τους καθηγητές και τη διδασκαλία. Ήταν τότε όλοι απόφοιτοι της σχολής του Μονάχου και το πνεύμα της δεν ευνοούσε την πρόοδο. Παράλληλα, μελετά βιβλία και γράφεται συνδρομητής σε πρωτοποριακά περιοδικά τέχνης του εξωτερικού. Το 1921 οργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση στο φωτογραφείο Δαφνόπουλου, στη Λάρισα.

Το 1925 έγινε μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών και το 1930 ένα από τα ιδρυτικά μέλη της «Ομάδος Τέχνη», ενώ μεταπολεμικά έγινε μέλος και της ομάδας «Στάθμη» (1950). Δίδαξε ελεύθερο σχέδιο και το 1934 έλαβε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας στην πρώτη συμμετοχή της Ελλάδας. Το 1942 έγινε μέλος του Ε.Α.Μ. Καλλιτεχνών και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Τα χρόνια μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε επαγγελματικά με την εικονογράφηση σχολικών βιβλίων, κυρίως όμως με τη ζωγραφική.
 
Το 1976 τιμήθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Εκτός από τη ζωγραφική, ασχολήθηκε παράλληλα με την αγιογραφία και τη ζωγραφική εικόνων, με τη χαρακτική, την κεραμική και σποραδικά με τη σκηνογραφία. Ο χαρακτήρας του έργου του είναι καθαρά ελληνικός, κάτι που προκύπτει όχι μόνο από τη θεματική, αλλά και από την κατανόηση του τόπου και των ανθρώπων, καθώς και από μια οπτική χωρίς προσποίηση. Αποτύπωσε στον καμβά του κυρίως τοπία της υπαίθρου και της πόλης, πρόσωπα, σκηνές της καθημερινότητας, με αναγνωρίσιμη καταγωγή και φυσιογνωμία, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη της τοπιογραφίας.

Γνωριμία με τον Αγήνορα Αστεριάδη

Όπως έλεγε ο ίδιος «Μ’ ενδιαφέρει η σύνθεση, ο όγκος, το καθαρό χρώμα, και παρ' όλο που είμαι ένας παραστατικός ζωγράφος, το θέμα είναι για μένα το δευτερεύον, είναι η αφορμή». Την προσωπικότητα του σκιαγράφησε στην συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε με αφορμή τα εγκαίνια της έκθεσης ο ανιψιός του Νίκος Αστεριάδης. «Ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν γέρναγε ποτέ. Κάναμε παρέα παρά την διαφορά ηλικίας» είπε ενώ θυμήθηκε πως τον παρότρυνε να βγάλει δίπλωμα και να πάρει αυτοκίνητο. «Με αυτό αρχίσαμε να κάνουμε εκδρομές και να πηγαίνουμε σε πανηγύρια του Αλκαζάρ, στο τσίρκο όπου και ζωγράφιζε».

Αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό σε μία έκθεση του Αστεριάδη στη γκαλερί «Ώρα» το 1974. Τότε ένα νιόπαντρο ζευγάρι πλησίασε τον ζωγράφο και του είπε «μας αρέσει πολύ το έργο σας αλλά στοιχίζει παραπάνω από το πλυντήριο που σκοπεύουμε να αγοράσουμε». Και εκείνος τους είπε «τότε θα σας κάνω μία έκπτωση όσο κοστίζει το πλυντήριο, θέλετε;» Και εν τέλει το αγόρασαν. Δεν τον ενδιέφερε η δημοτικότητα, η διαφήμιση, ούτε μιλούσε ποτέ για το έργο του. «Είμαι τυχερός που τον γνώρισα και τον συναναστράφηκα» είπε κλείνοντας ο Νίκος Αστεριάδης.

Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη

Τα ζωγραφικά έργα της έκθεσης καθώς και τα σχέδια, έχουν χωριστεί σε τρεις ενδεικτικές ενότητες. Η πρώτη από το 1921 ως το 1931, η δεύτερη από το 1932 ως το 1952 και η τρίτη από το 1953 ως τον θάνατό του, το 1977. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τις πρώτες απόπειρες του Αστεριάδη στη ζωγραφική, καθώς και την εξαιρετική ενότητα με υδατογραφίες που χρονολογούνται από το 1925 έως το 1927 και οι οποίες εκτίθενται μεμονωμένα. Το διάστημα μετά το 1932 σημαδεύεται από τη βαθμιαία κατάκτηση του προσωπικού ύφους, την εισαγωγή νέων θεμάτων, την περαιτέρω διερεύνηση του χώρου, του χειρισμού των συνθέσεων και των σχέσεων του χρώματος. Ο χωρισμός του διαστήματος αυτού σε δύο περιόδους, 1932-1952 και 1953-1977, είναι μάλλον συμβατικός, αφού η μακρά αυτή περίοδος είναι συνεχής, εξελικτική μεν, αλλά χωρίς ανατροπές.

Μετά το 1960 επιλέγει έναν νέο, διαφορετικό τρόπο έκφρασης, επιμερίζοντας τη ζωγραφική επιφάνεια και επιλέγοντας μια διαφορετική, πολλαπλή προοπτική. Επίσης παρουσιάζονται χαρακτικά και σχέδια, φιλοτεχνημένα στις περιόδους 1925-1927 και 1965-1958. Ακόμα, εκτίθενται τα τρία μεγάλα λευκώματα που εικονογράφησε, μαζί με προπαρασκευαστικά σχέδιά τους (Το σπίτι του Σφάρτς στ’ Αμπελάκια, 1928, Χίος, 1939 και έξι ακουαρέλες και δύο λιθογραφίες, 1944), καθώς και βιβλία σχολικά και λογοτεχνικά, εικονογραφημένα με σχέδιά του.

Το σύνολο των έργων προέρχεται τόσο από συλλογές ιδρυμάτων και μουσείων, όσο και από ιδιωτικές συλλογές. Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η ιστορικός τέχνης Ειρήνη Οράτη. Η έκθεση συνοδεύεται από τεκμηριωμένο κατάλογο, με κείμενα των Μανόλη Βλάχου, Νίκου Ζία, Κατερίνας Περπινιώτη-Αγκαζίρ, Κατερίνας Πατσουμά και Ειρήνης Οράτη.

Info:
Αγήνωρ Αστεριάδης, Αναδρομική έκθεση
Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο Οδού Πειραιώς
Διάρκεια: 23 Σεπτεμβρίου – 20 Νοεμβρίου 2011
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v