Κι όμως, η κυτταρίτιδα δεν θεωρούταν πάντα αντιαισθητική

Ποιος αποφάσισε ότι η κυτταρίτιδα είναι «ατέλεια»; Μια μικρή ιστορία για το πώς ένα φυσιολογικό χαρακτηριστικό του σώματος έγινε αισθητικό πρόβλημα.

Κι όμως, η κυτταρίτιδα δεν θεωρούταν πάντα αντιαισθητική

Το μακρινό 1968, η Vogue δημοσιεύει ένα άρθρο που λέει πως «τα λακκάκια ανήκουν στα μάγουλα, όχι στα μπούτια σου», και ο πλανήτης παθαίνει υστερία, ανακαλύπτοντας «τη νέα λέξη για το λίπος που δεν μπορείς να χάσεις». Να, αν δεν μας πιστεύεις, εδώ είναι.

Και ναι, ήταν τόσο εύκολο. Αρκούσε, αρκεί πάντα, ένα (1!) θέμα σε ένα (1) περιοδικό για να βρει σύσσωμη η ανθρωπότητα –εντάξει, όχι: σύσσωμος ο δυτικός κόσμος– νέο μαλλί να ξάνει, που λέγαμε και παλιά στο χωριό.

Μέχρι τότε, οι γυναίκες είχαν φυσικά ακριβώς το ίδιο δέρμα που έχουν και σήμερα. Απλώς κανείς δεν είχε σκεφτεί να τους ανακοινώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτό.

Για την ακρίβεια, αν γυρίσεις μερικούς αιώνες πίσω και χαζέψεις γυμνά του Ρούμπενς, του Μπουσέ ή του Κουρμπέ, θα δεις γοφούς, μηρούς και γλουτούς με λακκάκια, πτυχώσεις και ανομοιομορφίες που σήμερα θα περνούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη κάτω από την ταμπέλα «κυτταρίτιδα». Μόνο που τότε δεν υπήρχε τέτοια ταμπέλα. Ήταν απλώς το σώμα. Και μάλιστα ένα σώμα αρκετά ωραίο ώστε να απαθανατιστεί σε καμβά.

Πριν γίνει ελάττωμα, έπρεπε πρώτα να αποκτήσει όνομα

Η λέξη cellulite δεν γεννήθηκε, βέβαια, το 1968. Εμφανίζεται σε γαλλικό ιατρικό λεξικό ήδη από το 1873, με μια μάλλον διαφορετική σημασία, που παρέπεμπε σε φλεγμονή του κυτταρικού ιστού. Στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζει σταδιακά να απομακρύνεται από αυτή την έννοια και να πλησιάζει αυτό που εννοούμε σήμερα.

Κομβικό σημείο θεωρείται το 1924, όταν ο Γάλλος γιατρός Louis Alquier περιγράφει μικρούς κόκκους ή οζίδια που γίνονται αισθητά κάτω από το δέρμα όταν αυτό πιέζεται, καθώς και τη χαρακτηριστική όψη «φλοιού πορτοκαλιού». Δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν, πράγμα που καθόλου δεν εμπόδισε την εποχή να αρχίσει να το αντιμετωπίζει ως κάτι που χρειαζόταν διόρθωση.

Και κάπου εδώ μπαίνει στη σκηνή η βιομηχανία της ομορφιάς, τρίβοντας μεταφορικά και κυριολεκτικά τα χέρια της.

Τη δεκαετία του ’30, η «κυτταρίτιδα» αρχίζει να εμφανίζεται στα γαλλικά γυναικεία περιοδικά, ανάμεσά τους το Votre Beauté και αργότερα το Marie Claire. Τα ινστιτούτα ομορφιάς, τα μασάζ και οι διάφορες θεραπείες αποκτούν έναν ολοκαίνουργιο εχθρό να πολεμήσουν. Και δεν μιλάμε καν αποκλειστικά για γλουτούς και μηρούς: Δημοσιεύματα της εποχής εντόπιζαν κυτταρίτιδα από τους αστραγάλους μέχρι την κοιλιά και τον αυχένα. Ναι, υπήρξε εποχή που οι γυναίκες ανησυχούσαν για «κυτταρίτιδα στον αυχένα». Κράτα το αυτό την επόμενη φορά που θα πιστέψεις ότι τα σημερινά beauty standards είναι αιώνιες αλήθειες χαραγμένες στην πέτρα.

Και κάπως έτσι το γυναικείο σώμα απέκτησε ένα ακόμα «πρόβλημα»

Η κοινωνιολόγος Rossella Ghigi, που έχει μελετήσει την ιστορία της κυτταρίτιδας, επισημαίνει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: Μαζί με τη νέα αυτή «πάθηση» εμφανίστηκε και η ιδέα ότι η γυναίκα που την έχει φταίει κάπως η ίδια. Ότι αφέθηκε, ότι δεν πρόσεξε αρκετά, ότι δεν φρόντισε το σώμα της όπως όφειλε.

Ακούγεται γνώριμο;

Το ίδιο μοτίβο επιβιώνει έναν αιώνα αργότερα. Δεν αρκεί να έχεις ένα φυσιολογικό ανθρώπινο σώμα. Πρέπει να δουλεύεις αδιάκοπα επάνω του, να το παρακολουθείς, να το αξιολογείς, να εντοπίζεις τις ατέλειές του πριν τις εντοπίσει κάποιος άλλος και, ιδανικά, να αγοράζεις κάτι που υπόσχεται να τις εξαφανίσει.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην αμερικανική Vogue του 1968, η οποία δεν εφηύρε την κυτταρίτιδα, αλλά κατάφερε θεαματικά να τη συστήσει στο αγγλόφωνο κοινό ως νέο αισθητικό πονοκέφαλο. Το ίδιο το άρθρο την παρουσίαζε ως «τη νέα λέξη για το λίπος που δεν μπορούσες να χάσεις πριν».

Τρομερό μάρκετινγκ, αν το σκεφτείς: Βρίσκεις κάτι που έχουν σχεδόν όλες οι γυναίκες, του δίνεις όνομα, το ορίζεις ως ανεπιθύμητο και ξαφνικά έχεις εκατομμύρια πιθανούς πελάτες.

Μικρή λεπτομέρεια: Η κυτταρίτιδα δεν είναι καν «λίπος που δεν φεύγει»

Σήμερα ξέρουμε ότι η κυτταρίτιδα δεν είναι ασθένεια και δεν είναι απλώς «περιττό λίπος». Η χαρακτηριστική όψη με τα λακκάκια σχετίζεται μεταξύ άλλων με τον τρόπο που είναι οργανωμένος ο υποδόριος λιπώδης ιστός και οι ινώδεις δεσμίδες που συνδέουν το δέρμα με τους βαθύτερους ιστούς. Γι' αυτό και μπορεί να έχει κυτταρίτιδα μια πολύ λεπτή ή πολύ γυμνασμένη γυναίκα, όπως μπορεί να έχει και μια γυναίκα με περισσότερο σωματικό λίπος.

Οι επιστημονικές ανασκοπήσεις υπολογίζουν ότι κυτταρίτιδα εμφανίζεται περίπου στο 80% με 90% των γυναικών μετά την εφηβεία. Με άλλα λόγια, αν κάτι συμβαίνει σε οκτώ ή εννέα στις δέκα γυναίκες, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε αν η περίεργη εξαίρεση είναι τελικά η κυτταρίτιδα ή η απαίτηση να μην υπάρχει.

Μάλιστα, ήδη από το 1978, οι ερευνητές Nürnberger και Müller δημοσίευσαν επιστημονική εργασία με τον υπέροχα εύγλωττο τίτλο «So-called cellulite: an invented disease», χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστικά φυσιολογικό χαρακτηριστικό του γυναικείου σώματος και όχι πάθηση που χρειάζεται θεραπεία.

Πράγμα που βέβαια στο ελάχιστο δεν πτόησε την τεράστια αγορά προϊόντων, μασάζ, μηχανημάτων, θεραπειών και υποσχέσεων που εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω της.

Άρα πρέπει ξαφνικά να μας αρέσει;

Δυστυχώς, δεν λειτουργούν έτσι ούτε η αισθητική ούτε οι ανασφάλειες που κουβαλάμε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Αν γεννήθηκες μετά τα μέσα του 20ου αιώνα, δεν έχεις καν τις εργοστασιακές ρυθμίσεις στις οποίες θα μπορούσαμε μαγικά να σε επαναφέρουμε.

Έχει όμως ενδιαφέρον να ξέρεις ότι αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη και το μυαλό σου έχει μάθει αυτομάτως να μεταφράζει ως «ατέλεια» δεν ήταν ανέκαθεν ατέλεια. Και ότι τα πρότυπα ομορφιάς μπορούν όσο θέλουν να παριστάνουν τους νόμους της φύσης, αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά μόδες: Έρχονται, φεύγουν, αλλάζουν γνώμη και, ενίοτε, καταφέρνουν να μας πουλήσουν και καμιά κρέμα στο ενδιάμεσο.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v