Βερβερίνη: Τι είναι, ποια οφέλη έχει και τι πρέπει να ξέρεις πριν την πάρεις
Ένα φυτικό συμπλήρωμα κερδίζει έδαφος σε δημοφιλία για τα πολλαπλά του οφέλη. Τι προσφέρει η βερβερίνη στο σώμα σου και τι πρέπει να προσέξεις;
Ένα φυτικό συμπλήρωμα κερδίζει έδαφος σε δημοφιλία για τα πολλαπλά του οφέλη. Τι προσφέρει η βερβερίνη στο σώμα σου και τι πρέπει να προσέξεις;
Η βερβερίνη είναι ένα από τα συμπληρώματα που έχουν αρχίσει να συζητιούνται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, κυρίως για την πιθανή επίδρασή της στο σάκχαρο, τον μεταβολισμό, τη χοληστερίνη και το σωματικό βάρος.
Πρόκειται για μια φυσική βιοδραστική ένωση που βρίσκεται σε διάφορα φυτά, όπως το barberry, το goldenseal, το tree turmeric και το Oregon grape. Ανήκει στα αλκαλοειδή και κυκλοφορεί κυρίως σε μορφή συμπληρώματος διατροφής, συνήθως σε κάψουλες.
Το ενδιαφέρον γύρω από τη βερβερίνη δεν είναι τυχαίο, καθώς αρκετές μελέτες έχουν εξετάσει τη δράση της σε μεταβολικούς δείκτες, όπως η γλυκόζη αίματος, η ευαισθησία στην ινσουλίνη, τα λιπίδια και η φλεγμονή.
Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς δράσης της φαίνεται να σχετίζεται με την ενεργοποίηση του AMPK, από το AMP-activated protein kinase. Το AMPK είναι ένα ένζυμο που λειτουργεί σαν «διακόπτης ενέργειας» μέσα στα κύτταρα και συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Όταν ενεργοποιείται αυτός ο μηχανισμός, ο οργανισμός μπορεί να αξιοποιεί καλύτερα τη γλυκόζη, δηλαδή το σάκχαρο του αίματος, και να βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τη γλυκόζη να περάσει από το αίμα στα κύτταρα, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως ενέργεια. Όταν υπάρχει αντίσταση στην ινσουλίνη, ο οργανισμός χρειάζεται περισσότερη ινσουλίνη για να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, κάτι που συνδέεται με προδιαβήτη, διαβήτη τύπου 2 και αυξημένο μεταβολικό κίνδυνο.
Το πιο ισχυρό ενδιαφέρον γύρω από τη βερβερίνη αφορά τη ρύθμιση του σακχάρου. Μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της γλυκόζης νηστείας, δηλαδή του σακχάρου που μετριέται μετά από αρκετές ώρες χωρίς φαγητό, και να συμβάλει στη βελτίωση της HbA1c, δηλαδή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Η HbA1c δείχνει με απλό τρόπο τον μέσο όρο του σακχάρου τους τελευταίους περίπου τρεις μήνες.
Η πιθανή αυτή δράση κάνει τη βερβερίνη ενδιαφέρουσα για άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη ή διαταραχές στη ρύθμιση του σακχάρου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντικαταστήσει φαρμακευτική αγωγή ή ιατρική παρακολούθηση. Αν κάποιος λαμβάνει ήδη φάρμακα για το σάκχαρο, η βερβερίνη χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσοχή, γιατί μπορεί να ενισχύσει τη δράση τους και να αυξήσει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, δηλαδή υπερβολικά χαμηλού σακχάρου.
Η βερβερίνη έχει μελετηθεί και για την επίδρασή της στα λιπίδια του αίματος. Ορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ολικής χοληστερόλης, της LDL χοληστερόλης, δηλαδή της λεγόμενης «κακής» χοληστερόλης, και των τριγλυκεριδίων. Παράλληλα, σε κάποιες μελέτες έχει φανεί πιθανή βελτίωση της HDL χοληστερόλης, δηλαδή της «καλής» χοληστερόλης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η βερβερίνη μπορεί να αντικαταστήσει τις στατίνες ή άλλη αγωγή που έχει συστήσει γιατρός. Μπορεί όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συζητηθεί ως συμπληρωματική επιλογή στο πλαίσιο μιας συνολικής προσπάθειας που περιλαμβάνει διατροφή, άσκηση, έλεγχο βάρους και παρακολούθηση των εξετάσεων.
Η βερβερίνη έχει συνδεθεί και με μικρή έως μέτρια απώλεια βάρους σε ορισμένες μελέτες. Η δράση της δεν φαίνεται να είναι άμεση ή θεαματική, αλλά περισσότερο έμμεση, μέσα από τη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, τη ρύθμιση της γλυκόζης, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και πιθανώς τη λειτουργία του λιπώδους ιστού.
Με απλά λόγια, δεν πρέπει να τη βλέπουμε ως χάπι αδυνατίσματος. Αν κάποιος τρώει άστατα, δεν κινείται, κοιμάται λίγο και δεν έχει καμία συνοχή στην καθημερινότητά του, η βερβερίνη από μόνη της δεν θα αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα. Μπορεί να έχει νόημα μόνο ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για καλύτερη μεταβολική υγεία.
Πέρα από το σάκχαρο, τη χοληστερίνη και το βάρος, η βερβερίνη έχει μελετηθεί και για άλλες πιθανές δράσεις. Ορισμένες έρευνες εξετάζουν την αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική της επίδραση, δηλαδή την πιθανή συμβολή της στη μείωση της φλεγμονής και του οξειδωτικού στρες. Το οξειδωτικό στρες είναι μια κατάσταση κατά την οποία παράγονται περισσότερες ελεύθερες ρίζες από όσες μπορεί να διαχειριστεί ο οργανισμός, κάτι που συνδέεται με φθορά των κυττάρων.
Έχει επίσης μελετηθεί για πιθανή επίδραση στο μικροβίωμα του εντέρου, δηλαδή στο σύνολο των μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα, καθώς και για πιθανό ρόλο σε καταστάσεις όπως η λιπώδης διήθηση του ήπατος. Η λιπώδης διήθηση του ήπατος είναι η συσσώρευση λίπους στο συκώτι και συνδέεται συχνά με παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη και μεταβολικό σύνδρομο.
Ωστόσο, για αρκετά από αυτά τα πεδία χρειάζονται περισσότερα και καλύτερα ανθρώπινα δεδομένα πριν βγουν ασφαλή συμπεράσματα.
Σε αρκετές μελέτες έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις από 500 έως 1.500 mg την ημέρα, συχνά χωρισμένες σε δύο ή τρεις λήψεις. Μια συνηθισμένη μορφή είναι τα 500 mg πριν από τα γεύματα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ίδια δοσολογία είναι κατάλληλη για όλους.
Η σωστή δόση εξαρτάται από τον λόγο χρήσης, το ιστορικό του ατόμου, τα φάρμακα που λαμβάνει και την ανοχή του οργανισμού. Γι’ αυτό είναι προτιμότερο να μη ξεκινά κάποιος μόνος του, ειδικά αν έχει χρόνιο νόσημα ή παίρνει φαρμακευτική αγωγή.
Η βερβερίνη μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές ενοχλήσεις, όπως ναυτία, φούσκωμα, κοιλιακό πόνο, δυσκοιλιότητα, διάρροια ή εμετό. Οι ενοχλήσεις αυτές είναι από τις πιο συχνές παρενέργειες και πολλές φορές σχετίζονται με τη δόση ή με το πόσο απότομα ξεκινά κάποιος το συμπλήρωμα.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται και στις αλληλεπιδράσεις με φάρμακα. Η βερβερίνη μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός μεταβολίζει ορισμένες ουσίες, άρα μπορεί να αλλάξει τη δράση ή τα επίπεδα κάποιων φαρμάκων στο αίμα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε άτομα που λαμβάνουν φάρμακα για σάκχαρο, πίεση, χοληστερίνη, καρδιά, ανοσοκαταστολή ή άλλα χρόνια νοσήματα.
Δεν συνιστάται σε εγκυμοσύνη, θηλασμό και βρέφη. Στα βρέφη, ειδικά, υπάρχει ανησυχία λόγω πιθανής επίδρασης στη χολερυθρίνη, δηλαδή την ουσία που σχετίζεται με τον ίκτερο.
Ένα ακόμα θέμα είναι η ποιότητα των συμπληρωμάτων. Επειδή τα συμπληρώματα δεν ελέγχονται πάντα με την ίδια αυστηρότητα όπως τα φάρμακα, η πραγματική περιεκτικότητα και η καθαρότητα ενός προϊόντος μπορεί να διαφέρει από αυτό που αναγράφεται στη συσκευασία. Γι’ αυτό έχει σημασία η επιλογή αξιόπιστου προϊόντος και η καθοδήγηση από επαγγελματία υγείας.
Το πρώτο ερώτημα δεν είναι «ποια βερβερίνη να αγοράσω;», αλλά «γιατί θέλω να την πάρω;». Αν ο στόχος είναι το σάκχαρο, χρειάζονται εξετάσεις και ιατρική καθοδήγηση. Αν ο στόχος είναι η χοληστερίνη, χρειάζεται πλήρες λιπιδαιμικό προφίλ και εκτίμηση συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου. Αν ο στόχος είναι η απώλεια βάρους, χρειάζεται πρώτα μια ρεαλιστική στρατηγική διατροφής, άσκησης και ύπνου.
Με πληροφορίες από το Healthline, το NCCIH και δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες στο PubMed.