Ο Μ. δεν είναι το θέμα

Αλλού πρέπει να στραφεί το συναίσθημα όσων διάβασαν το κείμενο της κακοποιημένης γυναίκας και όχι στο λιντσάρισμα ενός πιθανού θύτη.  

Ο Μ. δεν είναι το θέμα

Τα όσα έγραψε στο Indymedia η κακοποιημένη γυναίκα δεν συνιστούν καταγγελία, αλλά μια συγκλονιστική μαρτυρία, στην οποία οφείλουμε να δώσουμε προσοχή ως κοινωνία ακόμα και αν δεν το κάνει (και σωστά όπως έχουν τα πράγματα) η έννομη τάξη.

Τα όσα φρικτά εξιστορεί η παθούσα δεν χρειάζεται να κατονομάζουν κάποιον για να σοκάρουν και για να μας κάνουν να σκεφτούμε μια σειρά από πράγματα για τις κακοποιήσεις και το έγκλημα του βιασμού. Κατ΄αρχάς ότι δεν υφίσταται η χρονική σημειακότητα. Δεν χρειάζεται δηλαδή να υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή βιασμού και η έρευνα να στρέφεται γύρω από τις συνθήκες στη δεδομένη περίσταση.

Έπειτα, και αυτό είναι κάτι που είδαμε και στην υπόθεση Μπεκατώρου που ξεκίνησε το ελληνικό Metoo, οι σιωπηλές συναινέσεις και οι εκβιαστικές συναινέσεις δεν είναι συναινέσεις, παρά μόνο στο μυαλό του κακοποιητή. Τέλος, υπάρχουν πάρα πολλές πτυχές σε ένα σεξουαλικό έγκλημα όπερ σημαίνει ότι δεν γίνεται να ελέγχουμε την τέλεση ή όχι του εγκλήματος από το αν ό,τι συνέβη κάθε φορά ταιριάζει με ένα βασικό σενάριο.

Αυτό τι θα πει; Το βασικότερο: η εθνική νομοθεσία για τον βιασμό χρειάζεται άμεσα επικαιροποίηση και εκσυγχρονισμό, καθώς έχει μείνει στις εποχές που ο Χρήστος Καλογήρου κυνηγούσε να στριμώξει τη «Στεφανία»-Ζωή Λάσκαρη. Ε δεν είμαστε εκεί.

Ένα άλλο λιγότερο σημαντικό που πρέπει να δούμε είναι τα λαϊκά δικαστήρια. Όχι εκείνα που δίνουν δίκιο στην (κάθε) καταγγέλλουσα, αλλά εκείνα που καταδικάζουν αβλεπί τον καταγγελλόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ας πούμε είχαμε το πιο αστήρικτο «κάνσελ» από καταβολής των ελληνικών κάνσελ. Ας σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει καν το όνομά του στην αφήγηση – πολλώ μάλλον μια κάποια τεκμηρίωση πραγματικών περιστατικών που να αρκούν για να μιλήσουμε για ταυτοποίηση του υπόπτου.

Οι δημοκρατικοί θεσμοί, όπως οι νόμοι, έχουν πολλά κακά, αλλά εξασφαλίζουν κάτι βασικό: ότι στην τιμωρία των ανθρώπων και στον έλεγχο για την τέλεση αξιόποινων πράξεων ο συναισθηματισμός θα έχει όσο λιγότερο χώρο γίνεται. Κομβικό δόγμα στην νομική επιστήμη είναι το «καλύτερα να αθωωθούν χίλιοι ένοχοι παρά να καταδικαστεί ένας αθώος» - και σωστά.

Εδώ έχουμε έναν «ένοχο» που δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Εκτός από το να τιμωρηθεί εκείνος υπάρχουν πολλά ωφέλιμα που μπορούν να προκύψουν από την γνωστοποίηση της εγκληματικής ενέργειας, όπως η ευαισθητοποίηση, η κοινωνική εκπαίδευση στο να αναγνωρίζουμε τα σημάδια πριν εξελιχθούν σε εφιάλτη, και η οριστική αποδόμηση του μύθου πως ο κακοποιητής είναι πάντα ένας άγνωστος με καμπαρντίνα που παραμονεύει στο σκοτάδι.

Το γενναίο κείμενο της γυναίκας - ακριβώς λόγω της ανωνυμίας του θύτη – είναι καθρέφτης ενός ολόκληρου συστήματος που γεννά και συντηρεί αυτές τις συμπεριφορές. Έτσι, μας καλεί να δούμε τον κανόνα, όχι την εξαίρεση.

Αν μην εξαντλήσουμε την κοινωνική μας οργή στο να στήνουμε συνοπτικές λαιμητόμους στα social media. Το πραγματικό στοίχημα είναι να αναγκάσουμε το νομικό σύστημα να ξυπνήσει.

Τότε μπορεί να δούμε και περισσότερες επώνυμες μαρτυρίες θυμάτων που κατονομάζουν επώνυμα τους θύτες.

    

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v