Ήταν κάποτε κάτι ωραίες παραλίες
Μια ανασκοπική -και κριντζ- καταβύθιση σε κάτι εμπειρίες διακοπών που χάθηκαν στους τουρισμού την αντοχή.
Καθώς το καλοκαίρι μας αποχαιρετά (αργά αργά τέλος πάντων) και μια σεζόν μπάνιων ολοκληρώνεται η σκέψη μου πηγαίνει σε όλους εκείνους του μικρούς παραδείσους που χάθηκαν ανεπιστρεπτί στη λαίλαπα του τουρισμού (αρχικώς βασικά εγχώριου, αλλά οψίμως βασικά εξωχώριου).
Μιλώ για όλα εκείνα τα νησάκια και τις παραλίες που άλλοτε μπορούσες να κάνεις μπάνιο με ησυχία και με όσα ρούχα (δεν) ήθελες, που δεν υπήρχε ίχνος εκμετάλλευσης και όπου οι επισκέπτες ήταν σε μια αγαστή συνύπαρξη με τους ντόπιους και το περιβάλλον.
Σε αυτή τη… μπουμεριάρικη αναπόλησή μου ήρθαν στο μυαλό μου τα Κουφονήσια του παρελθόντος- κάμποσα χρόνια πριν ανακαλυφθούν από τον κόσμο και πολλά χρόνια πριν γίνουν ο απόλυτος τρεντο-προρισμός που απαιτεί να αφήσεις το ένα σου νεφρό στην άμμο τους, αν επιμένεις να πας εκεί.
Θυμάμαι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να διαφωνώ με συνάδελφο «κωλωνακιώτη»/κυριλέ που είχε ανακαλύψει το νησί και πήγαινε γκρινιάζοντας για τις υποδομές που δεν είχε ούτε το πάνω νησί. «Πηγαίνουν οι άπλυτοι σαν εσάς ρε και δεν υπάρχουν υποδομές της προκοπής», έλεγε αφηγούμενος ταυτόχρονα ιστορίες για το πόσο χύμα ήταν ο κόσμος και πόσο αυτό ευνοούσε τις γνωριμίες και τους καλοκαιρινούς έρωτες.
Ματαίως προσπαθούσα να τον πείσω ότι η ωραία και αυθεντική ατμόσφαιρα του νησιού πήγαζε ακριβώς από την απουσία οργάνωσης και ακριβού τουριστικού προϊόντος προς κατανάλωση. Το μόνο που ήθελε για τις λίγες μέρες διακοπών που δικαιούνταν ήταν η άνεση και μια κάποια πολυτέλεια.
Τα Κουφονήσια είναι μεν case study αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μοναδική περίπτωση, αφού το σκηνικό είναι επαναλαμβανόμενο και το βλέπουμε από τη δεκαετία του 1970: πάνε οι χύμα τύποι σε κάτι μέρη που δεν σκέφτεται να πατήσει κανείς (Ανάφη, Κίμωλο, Νίσυρο, Ηρακλειά, Σχοινούσα και δεν συμμαζεύεται), κάνουν διακοπές ελευθερίας και χιπισμού και μετά σιγά σιγά η τουριστική βιομηχανία ανακαλύπτει τα μέρη αυτά και τα πουλάει σε πρόθυμους να ξοδέψουν για να κουβαλήσουν την τουριστίλα τους σε περιβάλλον αυθεντικότητας και να το μαγαρήσουν έχοντας αντλήσει την αληθινή εμπειρία.
Ο μύθος του ανέμελου ρουστίκ παραδείσου είναι χτισμένος με infinity pool, αβοκάντο τοστ στην άμμο και σήμα 5G για πολλά δροσερά stories.
Και πώς καταλήγει όλο αυτό; Αφού οι ντόπιοι (και εσχάτως γενικώς οι Έλληνες» πάψουν να υπάρχουν στο τοπίο, οι θιασώτες αυτών των προσομοιώσεων της Μυκόνου καταλήγουν να φρικάρουν «με το πόσο κόσμο έχει» και που έχουν πάει οι τιμές και επιδίδονται στην αναζήτηση ενός νέου παραδείσου, στον οποίο μέχρι τώρα συχνάζουν φρίκουλες και γυμνιστές. Μέχρι να μην απομείνει ούτε ξερολιθιά στο Αιγαίο που να μην σερβίρει μενού γευσιγνωσίας σε τιμές φαρμακείου.
Θα ζήσουμε άραγε αρκετά για να προλάβουμε μια αντιστροφή της τάσης και μια επιστροφή στην κοινή λογική;
Μάλλον χλωμό. Βλέπεις, για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να σταματήσει η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και να συμβεί μια σειρά από άλλες αλλαγές, τις οποίες αν μνημονεύσω θα έχω βουτήξει ακόμη βαθύτερα στο κριντζ- Θε μου σχώρα με.