Πόσο σκληρό είναι τελικά το νερό της Αθήνας; Η ΕΥΔΑΠ απαντά
Βλέπεις άλατα στις βρύσες και στο ντους και αναρωτιέσαι πόσο «σκληρό» είναι το νερό που πίνεις; Μιλήσαμε με την ΕΥΔΑΠ και βάζουμε τα άλατα και τα πράγματα στη θέση τους.
Βλέπεις άλατα στις βρύσες και στο ντους και αναρωτιέσαι πόσο «σκληρό» είναι το νερό που πίνεις; Μιλήσαμε με την ΕΥΔΑΠ και βάζουμε τα άλατα και τα πράγματα στη θέση τους.
Τα λευκά σημάδια που μένουν στη βρύση, στην καμπίνα του ντους ή στον βραστήρα είναι μια καθημερινή υπενθύμιση ότι το νερό περιέχει άλατα. Πόσο σκληρό είναι όμως πραγματικά το νερό που φτάνει στις βρύσες της Αθήνας και της Αττικής;
Είναι τα 150 mg/L ως CaCO₃ που αναφέρει η ΕΥΔΑΠ σε σχετικό πίνακα υψηλή τιμή; Χρειάζεται να κάνουμε κάτι γι' αυτό;
Μιλήσαμε με τη Χημικό Δρ. Φανή Μισκάκη, Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Υποστηρικτικών Λειτουργιών Ύδρευσης της ΕΥΔΑΠ, για να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς σημαίνει η σκληρότητα του νερού και τι ισχύει ειδικά για την Αττική.
Η σκληρότητα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ασβέστιο και το μαγνήσιο που περιέχει το νερό, εξηγεί η Φανή Μισκάκη, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πρόκειται για στοιχεία απαραίτητα και στη διατροφή του ανθρώπου.
Η σκληρότητα μπορεί να εκφραστεί με διαφορετικές μονάδες, όπως γερμανικούς ή γαλλικούς βαθμούς σκληρότητας, αλλά και σε mg/L ως CaCO₃. Στην περίπτωση της ΕΥΔΑΠ, η μέση τιμή που αναφέρεται για το δίκτυο είναι 150 mg/L ως CaCO₃.
Και τι σημαίνει αυτό πρακτικά; «Είναι μέτρια σκληρότητα», απαντά η ίδια.
Μπορεί τα άλατα να μας ενοχλούν όταν μένουν πάνω στη βρύση ή στις οικιακές συσκευές, όμως το αντίθετο άκρο δεν είναι κατ' ανάγκη επιθυμητό. Όπως εξηγεί η κ. Μισκάκη, ένα νερό πολύ χαμηλής σκληρότητας είναι ουσιαστικά φτωχό σε ασβέστιο και μαγνήσιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το νερό που προκύπτει από αφαλάτωση, το οποίο χρειάζεται να εμπλουτιστεί ξανά με μεταλλικά στοιχεία.
Μάλιστα, όπως σημειώνει, στη νομοθεσία υπάρχει σχετική πρόβλεψη για το νερό που προέρχεται από αφαλάτωση, ώστε να μην καταλήγει στον καταναλωτή πλήρως απαλλαγμένο από αυτά τα στοιχεία. Η μέτρια σκληρότητα του νερού της ΕΥΔΑΠ, από την άλλη πλευρά, είναι χαρακτηριστική ενός νερού που προέρχεται κατά κύριο λόγο από επιφανειακές πηγές.
Για να εξηγήσει από πού προέρχεται η σκληρότητα, προτείνει να πάρουμε το παράδειγμα της βροχής. Το νερό της βροχής, καθώς πέφτει και έρχεται σε επαφή με το έδαφος, προσλαμβάνει μεταλλικά στοιχεία από τα πετρώματα και τα εδάφη από τα οποία περνά. Ανάλογα με τη σύσταση αυτών των εδαφών και τον χρόνο που παραμένει το νερό σε επαφή μαζί τους, εμπλουτίζεται περισσότερο σε άλατα και, μεταξύ άλλων, σε ασβέστιο και μαγνήσιο.
Στα υπόγεια νερά αυτή η επαφή διαρκεί περισσότερο. Το νερό περνά από εδαφικά στρώματα και παραμένει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο υπέδαφος, με αποτέλεσμα συνήθως να αποκτά μεγαλύτερη αλατότητα και μεγαλύτερη σκληρότητα σε σχέση με τα επιφανειακά νερά.
Τα 150 mg/L ως CaCO₃ δεν αποτελούν μία μεμονωμένη μέτρηση. Σύμφωνα με την κ. Μισκάκη, πρόκειται για μέση τιμή από περισσότερες από 100 μετρήσεις σκληρότητας που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο 2025 σε διαφορετικά σημεία του δικτύου της ΕΥΔΑΠ. Η τιμή αυτή είναι επομένως αντιπροσωπευτική για το νερό που παρέχει η εταιρεία στην Αθήνα, τα προάστια και γενικότερα στις περιοχές της Αττικής που υδροδοτεί.
Υπάρχει κάποια διακύμανση, όχι όμως τέτοια ώστε να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας ως ιδιαίτερα «σκληρές» ή «μαλακές». «Το δίκτυο είναι ένας ζωντανός οργανισμός και το νερό κυκλοφορεί», εξηγεί. Έτσι, παρότι μπορεί να υπάρχουν μικρές διαφορές, η ποιότητα του νερού παραμένει ομοιόμορφη σε όλο το δίκτυο.
Ρόλο παίζει και η προέλευση του νερού. Η Υλίκη, για παράδειγμα, έχει μεγαλύτερη σκληρότητα από τον Μόρνο και τον Εύηνο, ενώ η Μαυροσουβάλα αποτελεί υπόγεια πηγή και χρησιμοποιείται σε πολύ μικρότερο ποσοστό.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποια περιοχή της Αθήνας υδροδοτείται αποκλειστικά από μία συγκεκριμένη πηγή. Η ΕΥΔΑΠ χρησιμοποιεί μίγματα νερών από διαφορετικές πηγές. Ο λόγος δεν έχει να κάνει με κάποιο ποιοτικό μειονέκτημα ενός νερού ή με τη σκληρότητά του, αλλά με τη συνολική διαχείριση των αποθεμάτων.
«Το νερό γίνεται αντικείμενο διαχείρισης με τέτοιο τρόπο ώστε να μη λείπει ποτέ και σε κανέναν. Άρα χρησιμοποιούμε μίγματα ανάλογα με την περίπτωση για να εξυπηρετήσουμε τη ζήτηση», σημειώνει.
Όχι υπό φυσιολογικές συνθήκες. «Οι σωληνώσεις δεν μεταβάλλουν τη σκληρότητα. Η σκληρότητα είναι μια ιδιότητα του ίδιου του νερού», ξεκαθαρίζει η κ. Μισκάκη.
Επομένως, οι συνηθισμένες σωληνώσεις ενός σπιτιού ή μιας πολυκατοικίας δεν πρόκειται να κάνουν από μόνες τους το νερό πιο σκληρό. Εξαίρεση μπορεί να αποτελούν ειδικές εγκαταστάσεις στις οποίες γίνεται κάποια επεξεργασία του νερού μέσα στο κτίριο, για παράδειγμα με σύστημα αποσκλήρυνσης.
Είναι αναμενόμενα και συνδέονται με τη μέτρια σκληρότητα του νερού, δεν σημαίνουν όμως ότι το νερό της Αθήνας ανήκει στην κατηγορία των πολύ σκληρών νερών. Αντίθετα, αν συγκρίναμε τη σκληρότητα του νερού διαφορετικών πόλεων, η Αθήνα θα βρισκόταν στη μέση προς τα κάτω επίπεδα.
«Η σκληρότητα είναι μια φυσιολογική ιδιότητα του νερού, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις, όταν είναι υπερβολική, πραγματικά δημιουργεί πρόβλημα. Αλλά η Αθήνα δεν είναι σε αυτήν την κατηγορία», τονίζει.
Με βάση τη σκληρότητα του νερού του δικτύου, η ΕΥΔΑΠ δεν συστήνει στους καταναλωτές να χρησιμοποιούν σύστημα αποσκλήρυνσης. Υπάρχουν βέβαια οικιακές συσκευές στις οποίες η σκληρότητα παίζει πρακτικό ρόλο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα πλυντήρια πιάτων, αρκετά από τα οποία διαθέτουν ρύθμιση ανάλογα με τη σκληρότητα του νερού, ώστε να προσαρμόζεται η χρήση του αποσκληρυντικού και να περιορίζονται οι επικαθίσεις αλάτων στα εσωτερικά τους μέρη.
Για αυτόν τον λόγο, αρκετοί καταναλωτές επικοινωνούν με την ΕΥΔΑΠ για να μάθουν τη σκληρότητα και να ρυθμίσουν σωστά τη συσκευή τους.
Το πολύ μαλακό νερό έχει ορισμένα πρακτικά πλεονεκτήματα στο πλύσιμο. Όπως αναφέρει η κ. Μισκάκη, όταν η σκληρότητα είναι πολύ χαμηλή μπορεί να απαιτείται μικρότερη ποσότητα απορρυπαντικού ή σαμπουάν για το ίδιο αποτέλεσμα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όσο πιο μαλακό νερό τόσο το καλύτερο σε κάθε περίπτωση. Το πολύ χαμηλής σκληρότητας νερό μπορεί, για παράδειγμα, να αυξήσει τη διαβρωτικότητα απέναντι στις σωληνώσεις. Με άλλα λόγια, τόσο το πολύ σκληρό όσο και το υπερβολικά μαλακό νερό μπορούν να έχουν τα δικά τους μειονεκτήματα.
Για έναν καταναλωτή της ΕΥΔΑΠ, η πρώτη πληροφορία βρίσκεται στην ιστοσελίδα της εταιρείας, όπου δημοσιεύεται η μέση τιμή του δικτύου.
Αν κάποιος έχει έναν συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο χρειάζεται ακριβή μέτρηση στη δική του βρύση, μπορεί να επικοινωνήσει με την ΕΥΔΑΠ. «Έχουμε ανοιχτή γραμμή με τους καταναλωτές μας. Εξετάζουμε τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν», αναφέρει.
Υπάρχουν επίσης στην αγορά οικιακά kit μέτρησης της σκληρότητας. Η ακρίβειά τους όμως εξαρτάται από τη μέθοδο που χρησιμοποιούν. Μια απλή δοκιμαστική ταινία που αλλάζει χρώμα και συγκρίνεται οπτικά με μια κλίμακα δεν μπορεί να δώσει μεγάλη ακρίβεια. Μια πραγματική τιμή 150 mg/L, για παράδειγμα, μπορεί με μια τέτοια μέθοδο να εκτιμηθεί αρκετά διαφορετικά με το μάτι. Η μεγαλύτερη ακρίβεια είναι η εργαστηριακή, φυσικά.
Το νερό της Αθήνας δεν είναι ούτε πολύ μαλακό ούτε υπερβολικά σκληρό. Η μέση σκληρότητα των 150 mg/L ως CaCO₃ που καταγράφηκε το 2025 χαρακτηρίζεται από την ΕΥΔΑΠ ως μέτρια, με σχετικά μικρές διακυμάνσεις μέσα στο δίκτυο.
Τα άλατα που βλέπουμε στις βρύσες και στις συσκευές είναι φυσιολογική συνέπεια αυτής της ιδιότητας του νερού και, σύμφωνα με την ΕΥΔΑΠ, η Αττική δεν βρίσκεται σε επίπεδα σκληρότητας που να δικαιολογούν γενική σύσταση για χρήση αποσκληρυντή.