Τι σημαίνει αν δεν βάζεις τελείες όταν γράφεις;

Γράφεις σαν τον Θουκυδίδη, παρένθεση στην παρένθεση και συνειρμό τον συνειρμό; Σου έχουμε νέα για τον τρόπο που λειτουργεί το μυαλό σου.

Τι σημαίνει αν δεν βάζεις τελείες όταν γράφεις;

Είναι μερικοί άνθρωποι που γράφουν έτσι: «Πήγα για καφέ. Είδα τη Μαρία. Μιλήσαμε λίγο. Μετά έφυγα.»

Κι είναι κι εκείνοι που ξεκινούν να σου πουν ότι πήγαν για καφέ, θυμούνται στην πορεία πως εκείνο το καφέ ήταν παλιά καθαριστήριο, αυτό τους φέρνει στον νου μια ιστορία που τους είχε πει η γιαγιά τους, μέσα στην ιστορία εμφανίζεται η Μαρία, και τελικά, εκατόν πενήντα λέξεις αργότερα, η τελεία πέφτει κάπου σαν αυλαία θεάτρου που είχε ξεχάσει να κατέβει.

Το να ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι ιδιοφυΐα, ούτε ότι έχεις χαώδη προσωπικότητα, ούτε ότι είσαι ο χαμένος απόγονος του Ζοζέ Σαραμάγκου. Λέει όμως κάτι ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεις τη σκέψη σου.

Πρώτα απ' όλα, γράφεις περισσότερο όπως σκέφτεσαι παρά όπως «πρέπει»

Οι σύντομες προτάσεις απαιτούν από τον γράφοντα να παίρνει συνεχώς μικρές αποφάσεις: αυτή η ιδέα τελείωσε, τώρα ξεκινά η επόμενη.

Ο μακροπερίοδος λόγος, αντίθετα, αντί να τεμαχίζει τη σκέψη, την αφήνει να ξεδιπλωθεί: Μια ιδέα γεννά μια δεύτερη, εκείνη χρειάζεται μια διευκρίνιση, η διευκρίνιση θυμίζει μια εξαίρεση, η εξαίρεση ζητά μια παρένθεση, και πριν το καταλάβεις έχεις χτίσει μία πρόταση με τέσσερα «που», τρία «ενώ» και ένα «παρόλο που».

Αυτό μοιάζει περισσότερο με τον τρόπο που λειτουργεί η σκέψη. Το μυαλό μας δεν σκέφτεται σε κομψές, αυτόνομες προτάσεις. Κάνει συνδέσεις, επιστρέφει πίσω, διορθώνει τον εαυτό του, ανοίγει υποσημειώσεις μέσα στις υποσημειώσεις. Κάποιοι από εμάς το μεταφέρουμε αυτό στα κείμενά μας.

Μπορεί να έχεις συνειρμικό μυαλό

Αν δυσκολεύεσαι να βάλεις τελεία, ίσως ο λόγος να είναι ότι βλέπεις περισσότερες συνδέσεις μεταξύ των πραγμάτων απ' όσες προλαβαίνεις να βάλεις σε τάξη.

Δεν εννοούμε ότι υπάρχει κάποιο ψυχολογικό τεστ που λέει «μετρήστε τις τελείες σας και θα μάθετε πόσο δημιουργικοί είστε». Δεν υπάρχει.

Υπάρχει όμως ένας εμφανής στιλιστικός συσχετισμός: η μακριά πρόταση σου επιτρέπει να βάλεις το ένα γεγονός δίπλα στο άλλο, να παρεκκλίνεις, να επιστρέψεις, να αντιπαραβάλεις, να αφήσεις την πρόταση να ακολουθήσει μια σκέψη που εξελίσσεται αντί να παρουσιάσεις ένα έτοιμο συμπέρασμα.

Και γι' αυτό ο μακροπερίοδος λόγος συχνά δίνει την εντύπωση ενός μυαλού που δουλεύει με συνδέσεις και όχι με κουτάκια. Δημιουργικό χάος, αν θέλεις. Αρκεί να είναι όντως δημιουργικό και όχι απλώς χάος.

Ο Θουκυδίδης θα σε καταλάβαινε

Ο μακροπερίοδος λόγος φυσικά δεν γεννήθηκε με τα blogs. Ο Θουκυδίδης είναι από τα κλασικότερα παραδείγματα συγγραφέα του οποίου η σύνταξη μπορεί να γίνει τόσο πυκνή και περίπλοκη, ώστε ακόμη και αρχαίοι κριτικοί γκρίνιαζαν γι' αυτήν. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς σχολίαζε μεταξύ άλλων ότι οι προτάσεις του συχνά καθυστερούν για πολύ να φτάσουν στο συμπέρασμά τους, ενώ σύγχρονες μελέτες επισημαίνουν την πολύπλοκη σύνταξη, τις παρεμβολές και την ιδιότυπη σειρά των λέξεων που κάνουν το ύφος του τόσο απαιτητικό.

Η σύνθετη πρόταση ήταν μέρος του τρόπου με τον οποίο συλλάμβανε σύνθετες σχέσεις: αιτίες, συνέπειες, αντιθέσεις, κίνητρα και γεγονότα έπρεπε πολλές φορές να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια συντακτική κατασκευή. Κάπως σαν να λέει: «Κάτσε, δεν τελείωσα ακόμη, γιατί αυτό που μόλις σου είπα δεν βγάζει νόημα αν δεν ξέρεις και αυτό».

Και ο Σαραμάγκου το πήγε ακόμη παραπέρα

Αν υπάρχει νεότερος συγγραφέας που έκανε την απουσία τελείας σήμα κατατεθέν του, αυτός είναι ο Ζοζέ Σαραμάγκου.

Στα μυθιστορήματά του, διάλογος και αφήγηση μπλέκονται μέσα σε τεράστιες προτάσεις, με ελάχιστη στίξη και περιόδους που απλώνονται σε σελίδες επί σελίδων. Η ίδια η επιτροπή που του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ περιγράφει ως χαρακτηριστικό του ύφους του ακριβώς αυτό: μακριές προτάσεις και λιτή χρήση στίξης, με τον διάλογο να ενσωματώνεται στην αφήγηση.

Το αποτέλεσμα δημιουργεί έναν ρυθμό που παρασύρει τον αναγνώστη στη μαγεία του: Οι φωνές μπερδεύονται, οι σκέψεις κυλούν η μία μέσα στην άλλη και η αφήγηση αποκτά κάτι από τον ασταμάτητο ρυθμό της προφορικής διήγησης.

Μπορεί επίσης να σημαίνει ότι δυσκολεύεσαι να αποχωριστείς μια σκέψη

Υπάρχει και μια λιγότερο ρομαντική εκδοχή: Μερικοί άνθρωποι δεν βάζουν τελεία επειδή κάθε φορά που πλησιάζουν να ολοκληρώσουν μια σκέψη θυμούνται κάτι που «πρέπει οπωσδήποτε» να προσθέσουν. Και κάτι άλλο. Και μια διευκρίνιση. Και βασικά, περίμενε, γιατί χωρίς αυτό μπορεί να παρεξηγηθεί το προηγούμενο.

Αυτό το είδος γραφής μπορεί να προκύπτει απλώς από την ανάγκη να είσαι απολύτως ακριβής. Δεν θέλεις να εγκαταλείψεις την πρόταση χωρίς να έχεις συμπεριλάβει όλες τις εξαιρέσεις, τις αποχρώσεις και τα «ναι μεν, αλλά».

Στον προφορικό λόγο αυτό το αναγνωρίζεις εύκολα. Είναι ο άνθρωπος που λέει: «Ναι, αλλά όχι ακριβώς, γιατί βασικά...» και δέκα λεπτά αργότερα εξακολουθεί να εξηγεί το «βασικά».

Ή μπορεί απλώς να ακούς τον ρυθμό

Υπάρχουν συγγραφείς που δεν σκέφτονται την πρόταση σαν μαθηματική μονάδα αλλά σαν μουσική φράση.

Η μακριά περίοδος μπορεί να δημιουργήσει προσμονή, να συσσωρεύσει πληροφορίες και να κρατήσει το βασικό νόημα σε εκκρεμότητα μέχρι το τέλος. Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους κλασικούς ρητορικούς μηχανισμούς της περιοδικής πρότασης: το σημαντικό στοιχείο καθυστερεί, ώστε όταν επιτέλους εμφανιστεί να αποκτήσει μεγαλύτερη έμφαση. Σκέψου το σαν μουσική που αρνείται για λίγο να λύσει τη συγχορδία.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v